Βρίσκεστε εδώ:Αρχική>>Ιστορίες>>Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις
afoi poriazi
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις
07.02.2014 | 14:01

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις

Συντάκτρια:  Κυριακή Κατσάκη
Κατηγορία: Ιστορίες

Από το gasireu

Έφυγα. Θα γυρίσεις το κλειδί στην πόρτα, θα ανοίξεις, θα πεις ήρθα και δεν θα απαντήσουν ούτε τα ντουβάρια. Έφυγα. Είμαι πάνω στο πλοίο από το απόγευμα. Έφτασα κατάκοπη, φορτωμένη με ένα σωρό συμπράγκαλα, μια σκηνή για δύο, υπνόσακο, βατραχοπέδιλα, πολλά κιλά προίκα. Πράγματα που κανονικά στα κουβαλάει ο γκόμενος. Αυτός που τώρα γυρνάει το κλειδί στην πόρτα.

Έχει ζέστη στον Πειραιά. Καύσωνα. Κοχλάζει η άσφαλτος, λειώνουν οι τσίχλες και κολλάνε στα παπούτσια. Όλοι κοιτάνε σα να μη σε βλέπουνε, σα μαστουρωμένοι. Μυρίζουν ιδρώτα και καυσαέριο. Κάτι κορίτσια αγοράζουν περιοδικά δίπλα στο τραίνο. Αυτά με το μανό δώρο. Μερικές ζελατίνες είναι ανοιγμένες στην άκρη και λείπουν τα μανό. Tα κορίτσια διαμαρτύρονται. Τα κλεμμένα μανό των πέντε ευρώ.
Ανεβαίνω την πεζογέφυρα. Στο πλοίο μου σκίζουν το εισιτήριο. Μου χαμογελάνε ψόφια, δήθεν με επαγγελματισμό. Δεν έχει κόσμο. Ποιος έχει χρήματα για διακοπές από νωρίς; Είπανε κάτι για απαγορευτικό. Φυσάει ο βοριάς σαν πούστης, λυσσομανάει. Αρκεί να φύγουμε. Όσο και να φυσάει. Αρκεί να λύσουμε, σήμερα. Απόψε δεν τον φοβάμαι τον καιρό, είμαι σαλπαρισμένη, μέρες ήδη.
*
Στη ζωή υπάρχουν κάποια σημαντικά μισάωρα. Το μισάωρο πριν να ξεκινήσει το πλοίο είναι ένα από αυτά. Ανασαίνεις βαριά, μέχρι να ξελαχανιάσεις από τον κόπο, τεντώνεις χέρια και πόδια να ισιώσουν, κάθεσαι κάπου, ανήσυχα μέχρι να βολευτείς, κοιτάς τους γύρω σου, το πρόγραμμα που παίζει η ανοιχτή τηλεόραση κι ας μην έχεις τηλεόραση σπίτι σου, βάζεις το χέρι βαθιά στην τσάντα, πορτοφόλι, τσίχλες, κινητό, μικρό πακέτο μπισκότα, προφυλακτικά, ωτοασπίδες. Ωτοασπίδες, προφυλακτικά. Το παράκανες. Αυτό το μισάωρο, είναι η γέφυρα της εγκατάλειψης, το πραγματικό ασυνεχές προς τον χασομέρη εαυτό σου, το δραπέτη εαυτό.
Δεν είπες ότι θα φύγεις, κι όμως το έσκασες. Για πρώτη φορά στη ζωή σου. Πρώτη φορά, πρώτη εσύ. Θα γυρίσει το κλειδί στην πόρτα και θα βρει το σπίτι άδειο, τα πιάτα πλυμένα και τακτοποιημένα στο ντουλάπι. Το ψυγείο γεμάτο με τα ψώνια της Παρασκευής. Παγωτό βανίλια στην κατάψυξη. Όλα στη θέση τους. Μόνο μια απουσία στο χαρτί κι ένα γιατί, αόριστο, να πετάει αδέσποτο στο κλειστό διαμέρισμα.
*
Η νύχτα έρχεται. Σε λίγες ώρες θα πατήσω νησί, επιτέλους άμμος κάτω από τα πέδιλα μου. Άμμος ανάμεσα στα δάχτυλα. Τα κύματα σκάνε στα πλάγια του πλοίου που γέρνει με το απότομο κούνημα. Το παλικάρι που λαγοκοιμάται στο πάτωμα απέναντι, κλασικός ξεπλένης της άγονης γραμμής, μου ρίχνει ένα βλέφαρο και χασμουριέται χαριτωμένα καθώς αλλάζει πλευρό. Νυστάζει και σε μια σχεδόν ακατάληπτη γλώσσα μονολογεί μέσα από τα δόντια του:
«Κοντεύουμε έτσι; αν δεν πνιγούμε εντωμεταξύ»
Κι έπειτα, ενώ ο μόνος ήχος που μας συντροφεύει είναι η θάλασσα και τα έπιπλα που τρίζουν, ακούγεται ένας θόρυβος στη δεξιά πλευρά του πλοίου. Η πρόσκρουση παρασέρνει όλο το περιεχόμενο κι εμένα προς τα μπρος, αντιδιαμετρικά. Φωνές, ουρλιαχτά, τι να έγινε άραγε, βλάβη, ξέρα, ήταν άλλο πλοίο;
Βρήκα στη γωνία του τραπεζιού, γαμώτο. Νιώθω ένα σκίσιμο πάνω από το φρύδι. Το αίμα τρέχει, ματώνει το βλέμμα μου, κόκκινα δάκρυα και θολούρα, ίσα που διακρίνω το χάος μπροστά. Αγριεμένοι άνθρωποι, αυτοί οι λίγοι που είχαν απομείνει, τρέχουν προς τις εξόδους, τραβάνε από τα μανίκια το πλήρωμα που κοιτά απεγνωσμένα το κενό. Ακούγονται οι φωνές τους σε ένα απελπισμένο τόνο εξουσίας:
«Έξω όλοι, βάλτε σωσίβια και μπείτε στις λέμβους»
Το σκοτάδι είναι πυκνό, τα κύματα καβατζάρουν το κατάστρωμα, έχουμε γίνει μούσκεμα, το αίμα ακόμα τρέχει από το φρύδι μου, τα φώτα τρεμοπαίζουν και λέω δεν μπορεί να βουλιάζουμε καλοκαιριάτικα, δεν μπορεί να μυρίζω φόβο ανάμεσα σε όλους αυτούς τους υστερικούς, θα μπω στην κόκκινη λέμβο κι όλα θα πάνε καλά. Τώρα που έφυγα, όλα θα πάνε καλά.
Κόλλησε το σχοινί στο βίντσι, ο λοστρόμος δεν ήξερε τι να κάνει και τον χτυπούσαν μια θεια κι ένας χοντρός που ούρλιαζε έξαλλος:
«Σκέψου ρε μαλάκα άσχετε πως λύνει, μη σε πετάξουμε μέσα και σε κλαίει η μανούλα σου»
και κάθε σκέψη αλληλεγγύης εξατμίστηκε, άρχισαν να τραβάνε το χοντρό, να τον αφήσει ήσυχο να κάνει τη δουλειά του, μικρό παιδί είναι, ό,τι θυμάται, θυμάται, δεν είναι ώρα για κριτική τώρα, πνιγόμαστε.
*
Στον πανικό μπλοκάρει η σκέψη και δεν είναι μόνο ότι σε κουκουλώνει η κρύα θάλασσα και σε φυσάει ο αέρας των επτά μποφόρ που μελανιάζει το κορμί, είναι αυτή η αίσθηση, πως μια λάθος κίνηση, μια αβλεψία, θα σε στείλουν αδιάβαστο, κατευθείαν στα σωθικά της, άδικα, ντάλα καλοκαίρι. Ανάμεσα στα σπρωξίματα και τις βλαστήμιες, κι ενώ κανονικά έπρεπε να έχω βγάλει τις σαγιονάρες για να πατάω γερά πάνω στα βρεγμένα και να έχω ήδη βάλει ένα σωσίβιο από τη ντάνα πίσω μου, χάνω την ισορροπία μου και αντί να σκάσω μέσα στη βάρκα, πέφτω στο νερό.
Το μόνο που ανακαλώ από την πτώση είναι, λίγες κραυγές άνθρωπος στη θάλασσα, η σκοτεινή άβυσσος, η τύχη να μη χτυπήσω πάνω στο πλοίο, ο αέρας που τελείωνε μέσα μου, η σκέψη πως η ζωή μου δεν έχει καμιά ιδιαίτερη αξία αλλά δεν θα την ξεπουλήσω κι εντελώς τσάμπα.
Ένα μεγάλο κομμάτι πλαστικό επιπλέει δίπλα και το αρπάζω δυνατά με τα δυο μου χέρια. Ολόγυρα βρέχει σωσίβια, που κάποιος με όση λογική του έχει απομείνει, λύνει και πετάει τυχαία στο νερό. Τον βλέπω με την άκρη του ματιού μου, ένα χαμένο φάντασμα, που τρέχει πάνω κάτω την πλώρη. Από μηχανής πορτοκαλί σωτηρία τα σωσίβια για όποιον έχει κουράγιο να κολυμπήσει και να τ’ αρπάξει. Με τόσο κύμα όμως, τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Έπειτα είναι κι οι φακοί τους, έτσι χαμένοι που στοχεύουν στο πουθενά, όπως τα φαναράκια του Επιταφίου, κάτω από το μακρόσυρτο ήχο της σειρήνας.
*
Η σανίδα σκοντάφτει σε ένα σωσίβιο. Θα πρέπει να αφήσω τα χέρια απ’ όπου κρατιέμαι και γρήγορα να το βάλω και να ξαναπιαστώ. Με χορεύει ο κυματισμός ανελέητα, μια απόφαση είναι, υδάτινο μπαλέτο σε τρεις κινήσεις ή υπογραφή στη διαθήκη μου. Μισολιπόθυμη αρμενίζω, με σωσίβιο πια, μέσα στη νύχτα, κάπου στο Αιγαίο. Κανένας πόνος δεν ξεχωρίζει, μόνο κοφτές αναπνοές ανάμεσα σε όγκους νερού. Αρκεί ν’ ανασαίνω οξυγόνο μέχρι να ξημερώσει. Τα πόδια μου δεν τα νιώθω, σα να μην υπάρχουν, είναι στιγμές που αμφιβάλλω αν υπάρχουν και αναρωτιέμαι μήπως τα χτύπησα και δεν θυμάμαι. Ύστερα βλέπω κάτι σκιές ανθρώπινες στο βάθος και πέρα από τον αέρα που σφυρίζει χωρίς σταματημό, σα να ακούγεται μια μουσική, μονότονη, μια λυπητερή σονάτα, ή όχι όχι, ένα βαρύ αργόσυρτο ρεμπέτικο, μακριά από την άκρη του αχνά φωτισμένου ορίζοντα. Εκεί που διακρίνονται οι κοντές κορυφογραμμές της ξηράς, τονισμένες από το ξεφτισμένο φεγγάρι. Αυτό δεν μπορεί, είναι πραγματικό. Οι λόφοι απέναντι υπάρχουν, είναι αληθινοί, πρέπει να είναι αληθινοί, έχω το ένα μάτι μου ζαβό αλλά βλέπω ακόμα, το ρεμπέτικο είναι παιχνίδι του μυαλού μου, μα η ξηρά πρέπει να βρίσκεται εκεί, τουλάχιστον όταν ξημερώσει.
*
Κάποιο απόγευμα, σε μια αυλή της παλιάς μου γειτονιάς, παίζαμε τυφλόμυγα. Δεν ξέρω γιατί τυφλόμυγα, ο χρόνος έχει πια ξεθωριάσει τη μνήμη. Ήμουνα δεν ήμουνα δώδεκα χρονών. Ο καιρός ήταν γλυκός, είχε μπει η άνοιξη σαν ζεστός αέρας σε δωμάτιο ξεχασμένο κι εμείς παίζαμε από νωρίς. Σκαρφαλώναμε στα μπεντένια της μαντρόχτιστης αυτής περίφραξης, άγρια, μήπως και ακουμπήσει τα γυμνά μας πόδια, εκείνος ο ατυχής που είχε τα μάτια του δεμένα. Ο τυφλός. Ο εφαψίας φίλος της παιδικής ερωτικότητάς μας. Η νύχτα έπεσε και το παιγνίδι διάλυσε. Καθώς ανέβαινα την ανηφόρα για το πατρικό μου, ενώ η ψυχή μου παράδερνε σε μια έκσταση αδρεναλίνης και ικανοποίησης, σκέφτηκα με θλίψη, εκεί πάνω ακριβώς στα δώδεκα πάρα μου, ότι αυτή η στιγμή ευτυχίας, ήταν η κορυφή, μιας καμπύλης σε ένα διάγραμμα-χωρίς να ξέρω τι είναι καν διάγραμμα ακόμα-που δεν μπορεί, παρά να είναι πτωτικό, από δω και στο εξής. Σκληρή σκέψη για ένα παιδί, σκληρή κι απάνθρωπη και πνιγμένη απαισιοδοξία.
Αναδύομαι και βουλιάζω σε μια θάλασσα που με αγκαλιάζει πνιχτά, με θέλει μέσα της, ενάλια θυσία. Ποιος θα με ψάξει τώρα; Mάνα; Έχω το ένα μάτι σχεδόν βουλωμένο από το πρήξιμο σ’ αυτή την άδικη τυφλόμυγα της νύχτας, που η αδρεναλίνη πια σβήνει σα γομολάστιχα το παρελθόν, κολλάει το χρόνο. Κάνει το παρόν σημειακό, εδώ και τώρα, αυτό είναι το μόνο που μετράει, η κάθε μικρή ανάσα, η κάθε γουλιά θαλασσινό νερό που πνίγει τα πνευμόνια, το κρύο κι ο φόβος, αυτός ο πρωτόγνωρος φόβος της επερχόμενης ήττας, οι τεντωμένες γραμμές του προσώπου μου που σκληραίνει ενώ παλεύω να κρατηθώ στην επιφάνεια, αβοήθητη στη μέση της νύχτας. Πουθενά ελπίδα, μόνο τα χέρια μου και το μυαλό μου που ρετάρει και μια αχνή κορυφογραμμή στο βάθος του μακρινού ορίζοντα, άτεχνη κοντυλιά σε παιδικό τετράδιο. Να μη πεθάνω στο νερό, να μη πνιγώ, να μην ηττηθώ, μόνο να πατήσω ξηρά. Το ξέρω, αυτή θα είναι μια άλλη κορυφή στην ευτυχία, όχι, όχι κορυφή πάλι, ακόμα καλύτερα, θα είναι μια νέα αρχή.
*
Ανοίγω το καλό μου μάτι κλεφτά. Η μούρη μου είναι χωμένη σε ένα λόφο υπόλευκης άμμου που θυμίζει παραβρασμένο στάρι. Ο ήλιος μόλις έχει φανεί από την δεξιά άκρη του βράχου της παραλίας. Λιάζει το κακομοιριασμένο σώμα μου ελάχιστα, σώμα που έσυρα τα ξημερώματα στην ακτή σαν ετοιμόγεννη χελώνα, χωρίς καλά καλά να θυμάμαι πως. Ύστερα αποκοιμήθηκα, κρατώντας αγκαλιά το πορτοκαλί σωσίβιο. Ονειρεύτηκα παιδιά να παίζουν στη γειτονιά μου κυνηγητό, μετά να κάθονται στο πλατύσκαλο της μονοκατοικίας του κυρ Βαγγέλη με μια φέτα καρπούζι, φτύνοντας τα κουκούτσια στο πεζοδρόμιο. Ονειρεύτηκα να τα διώχνει η γυναίκα του, μη και λερώσουν την οξώπορτα της, τ’ αλητόπαιδα, που σπίτια δικά τους δεν έχουν, ούτε και μάνες να τα μαζέψουν, και από το τέλος του δρόμου ακουγόταν να παίζει σε πικάπ, αργόσυρτα, το Τα παιδιά της γειτονιάς σου με μαλώνουνε, τραγουδισμένο από τον Κώστα Νούρο, ανάμεσα σε τσουγκρίσματα και εβίβα. Κατέβασα χαμηλά το βλέμμα και είδα την κοιλιά μου φουσκωμένη, οχτώ μηνών έγκυος, νιώθοντας όλο το βάρος ενός μωρού που στριφογυρίζει μέσα μου, όλη τη μοναξιά και την αγωνία λες κι ήμουνα παραπεταμένη από κάποιον απροσδιόριστο άντρα, που δεν υπήρχε πουθενά στο όνειρο, ούτε σαν εικόνα, ούτε σαν όνομα, ούτε καν σαν ιδέα. Στάθηκα στη μέση του δρόμου, χάιδεψα την κοιλιά και με πήρανε τα κλάματα, κλάματα με λυγμούς, απαρηγόρητα, μα κανείς δεν έδινε σημασία, μήτε οι περαστικοί, μήτε η γυναίκα του κυρ Βαγγέλη, ούτε τα παιδία, ούτε δυο σκυλιά, ο Πάκης κι η Κανέλλα που πηδιόντουσαν ένα βήμα παρακεί. Έπειτα είδα τον ψαρά παππού μου, λεβέντη και ψηλό, με το ατσαλάκωτο καινούργιο γκρι κουστούμι με τη λευκή λεπτή ρίγα, ραμμένο surmesure στο ράφτη της Καλλιθέας, να ακουμπάει ένα διχτάκι με κυδώνια στο τραπέζι.
«Παππού βλέπεις, είμαι έγκυος»
είπα και σταύρωσα τα δυο μου χέρια δείχνοντας την μυτερή κοιλιά κι εκείνος χαμογέλασε, βημάτισε προς τη βιτρίνα του σαλονιού με τα κρυστάλλινα, έβγαλε ένα ψηλό ποτήρι, ποτήρι σωλήνα και έριξε τρία δάκτυλα ούζο χύμα, χωρίς πάγο.
«Υγεία».
Ταράχτηκα και δίψαγα. Έτρεμα και ψέλλιζα με μια φωνή αγνώριστη ακόμα και σε μένα, φωνή απόκοσμη, φωνή βραχνή του χαμένου που βρήκε το δρόμο του ανέλπιστα, φωνή ξεψυχισμένη, σχεδόν εκνευριστική
«Ζω παππού, ζω, ζω. Υγεία»
Έτσι ξύπνησα.
*
Το κεφάλι μου το σκίαζε μια μορφή, στημένη κόντρα στον ήλιο, με τρόπο τέτοιο που δε διέκρινα ποιος ήταν με το ένα μάτι μόνο, αλλά μου φάνηκε σαν το πρόσωπο του. Δεν είναι δυνατόν, ναυάγησα, ξέφυγα. Αυτός τώρα διαβάζει Κυριακάτικες εφημερίδες στο μπαλκόνι και βρίζει χαμηλόφωνα, εμένα και τη δεξιά, εναλλάξ, την κρίση, τους μικροαστούς, γιατί για να λυπάται δεν το πιστεύω. Καντήλια μου κατεβάζει από χτες ο γρουσούζης, που δεν του είπα μια λέξη, που είμαι γυναίκα χωρίς κατανόηση, χωρίς υπομονή, χωρίς τίποτα. Σιγά μη λυπηθεί. Αν δεν έχεις δει μέσα βαθιά τον άλλον, περνάει ο χρόνος, οι μέρες στοιχίζονται πάνω στο άδειο μοναχικό κρεβάτι μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα, που ίσως έρθει, ίσως δεν έρθει ποτέ, για να καταλάβεις τα τι και τα γιατί και τα λάθος. Τότε μόνο μπορεί να λυγίσεις. Στον απολογισμό.
Η μορφή κινήθηκε μια ιδέα πιο δεξιά και μίλησε. Ένας νέος άντρας, όχι πάνω από τριάντα, μελαχρινός, μετρίου αναστήματος, με γενειάδα που φαινόταν ότι ήταν απ’ την αξυρισιά βδομάδων, όχι απλά επειδή ακολουθεί την μόδα, μου μίλαγε εδώ και ώρα, χωρίς να καταλαβαίνω τι μου λέει. Ο άντρας ήταν γυμνός. Προσπάθησε να με σηκώσει και να μου βγάλει το σωσίβιο, κι εγώ τον χτύπησα είπε και άρπαξα ξανά το σωσίβιο στην αγκαλιά μου σαν μικρό παιδί, μουρμουρίζοντας κάτι όπως ζω και στην υγεία σου, ούτε που καταλάβαινε τι του ‘λεγα. Μετά από ώρα κι ενώ μου φώναζε πια εξοργισμένος, σύνελθε, με λένε Γιάννη, σήκω να περπατήσεις λίγο, βοηθάει το περπάτημα να κινηθεί το αίμα προς τα πόδια, απάντησα
«Νερό, λίγο νερό, διψάω, καίγομαι».
*
Μπροστά από το βραχώδες τοπίο, σχηματίζεται μια μικρή κοιλάδα με λίγα δέντρα και θάμνους, κυρίως αρμυρίκια, ελιές, αμάραντοι και συκιές που κατεβαίνουν αραιώνοντας σιγά σιγά σε μια μεγάλη παραλία με χοντρή άμμο, απ’ αυτή που δεν κολλάει στο σώμα. Δίπλα στη θάλασσα φτιαγμένος με μεγάλες πέτρες στέκει ένας αυτοσχέδιος μόλος με σκουριασμένο κρίκο και ένα ρεμέντζο με σημαδούρα κίτρινη και πίσω ακριβώς απ’ αυτόν τρία μικρά χαλάσματα, νεώσοικοι για τις βάρκες που δεν υπάρχουν πια. Οι πόρτες χάσκουν μισάνοιχτες και σάπιες. Στην αρχή της αμμουδιάς, δυο ξύλινα παραπήγματα, αυτοσχέδια υπόστεγα, με διάφορα κομμάτια ύφασμα, παρεό, καραβόπανα, ανεμίζουν στον βοριά, έτοιμα να πετάξουν. Πιο μέσα, σκηνές καλά στερεωμένες με πέτρες και σχοινιά, η μία κοντά στην άλλη, αλλά και δυο σκαρφαλωμένες απόμακρα στα βράχια. Στη μέση βλέπω κάτι σαν αυτοσχέδιο καφενείο με πέτρινο πάσο και δυο πάγκους από μαδέρι με μαξιλάρες, στ’ αριστερά ενός μεγάλου πηγαδιού που γράφει με μαύρη μπογιά στο άνοιγμα του,   Μην πετάτε χρυσαυγίτες και άλλες ακαθαρσίες στο νερό.
«Έλα πάμε, μια σκηνή είναι άδεια, ο Ανέστης έφυγε για δουλειές, ίσως επιστρέψει τον Αύγουστο, ίσως όχι, έχει αφήσει τα πράγματα του. Να κοιμηθείς λίγο, να πάρεις μια πετσέτα αν θες να πλύνεις το πρόσωπο σου. Νερό θα σου φέρω εγώ»
είπε και άνοιξε την πόρτα του ενός χαλάσματος για να σκίσει το πλαστικό περιτύλιγμα από μια εξάδα εμφιαλωμένα που φύλαγαν εκεί και να μου δώσει.
«Ξεκουράσου κι έλα στην πλατεία μετά, να γνωρίσεις και τον αρχηγό.»
«Ποιον αρχηγό, των ατάκτων;»
Για δες, ευτυχώς υπάρχει κι αρχηγός, χαμογέλασα. Μπορεί και στρατηγός. Υπάρχει και πλατεία. Ίσως και εκκλησία του Δήμου.
Ξεράθηκα πάνω στον ξένο υπνόσακο που μύριζε ανθρώπινο σώμα και σκόνη κι ενώ δεν τα πάω καλά με τις καινούργιες γνωριμίες, έπεσα σ’ ένα λήθαργο βαθύ, χωρίς όνειρα, σαν σε σπίτι καλού φίλου, που με φιλοξενούσε στην ανάγκη.
*
Νύχτωνε. Η παραλία είχε μείνει ασπρόμαυρη, χωρίς λόγια, παλιό ντοκιμαντέρ. Μόνο δυνατός αέρας και κύμα. Ξάπλωσα στην άμμο κοιτώντας τα αστέρια. Ο χρόνος είναι, η σημασία που δίνουμε στα πράγματα. Σε όσα συμβαίνουν αυτοστιγμεί. Σήμερα νιώθω πιο νέα. Μπροστά απέραντη ελευθερία. Το αύριο αδιάφορο. Το παρελθόν ξεθωριασμένη πολαρόιντ. Ένα πικρό αγκάθι η φυγή. Χαράζω νοητές γραμμές στον ουρανό. Σκορπιός, Μεγάλη Άρκτος. Πολλοί το κάνουν. Δεν είναι τίποτα πρωτότυπο. Ένας φίλος μου είχε πει πέρσι στο Κουφονήσι
«Γιατί να μην βλέπω καθαρά τους αστερισμούς, κάθε νύχτα, από το σπίτι μου, γιατί να ζω στην πόλη έτσι;»
Πίσω ακουγόταν φασαρία και ομιλίες, μια κιθάρα που κουτσόπαιζε ροκ τραγούδια, κάτι φωνές εντελώς παράφωνες. Αν κάτι σιχαίνομαι είναι να μη ξέρεις μουσική και να προσπαθείς, όπως ο γρατζουνισμένος δίσκος, να πεις τραγούδια, τραγούδια δύσκολα.
Η κοινότητα των γυμνιστών είχε ρίξει ένα ρουχαλάκι πάνω της και διασκέδαζε με ένα ποτήρι ρακή, λίγη ντομάτα, ελιές, παξιμάδια, ό,τι υπήρχε δηλαδή, ό,τι δεν θέλει ψυγείο, μόνο ίσκιο και δροσιά. Χαιρετηθήκαμε και έκατσα μαζί τους, συγκεντρώνοντας όπως ήταν φυσικό, όλο το ενδιαφέρον σα νιόφερτη. Είπα την ιστορία της προηγούμενης μέρας, λιγότερο δραματικά απ’ ότι θα μπορούσα, δεν ήθελα να με λυπούνται. Μίλησε κι ο Γιάννης για το πως με βρήκε, κάνοντας πλάκα, κοντολογίς σημειώνοντας πως πρέπει να είμαι ή πολύ ηλίθια ή πολύ άτυχη ώστε να ναυαγήσω μόνη μου.
«Κανείς δεν ξέρει ρε συ τι έχει γίνει, τι άφησα πίσω μου, μένει να μάθουμε τα μαντάτα»
παρατήρησα με υποβλητική φωνή, καθώς θυμήθηκα τους άλλους και σφίχτηκε η ψυχή μου.
Πάνω στη συζήτηση μου είπαν δυο τρία πράγματα, πως γνωρίζονται από άλλο νησί της άγονης γραμμής, που όμως τώρα γέμισε με δήθεν εναλλακτικούς των βορείων προαστίων με εντούρο μηχανές BMW και iphone. Εδώ και τρία χρόνια έρχονται με ένα καΐκι από τη Λέρο που πιάνει μια φορά τη βδομάδα, σε αυτήν την παραλία χωρίς σήμα κινητής τηλεφωνίας, χωρίς εύκολη πρόσβαση, τη Συκιά, την απομονωμένη αμμουδιά που βρισκόμαστε. Μόνο που κάτω απ’ τις λίγες πια συκιές που απέμειναν από μια αρρώστια που τις αποδεκάτισε χρόνια πριν, κανείς δεν στήνει τη σκηνή του. Η συκιά είναι το δέντρο του καλού και του κακού στην Αγία Γραφή ή ακόμα χειρότερα το δέντρο που κρεμάστηκε ο Ιούδας, γι’αυτό έχει ίσκιο βαρύ κι όποιος κοιμηθεί από κάτω πεθαίνει. Παράξενες δοξασίες για γυμνιστές, για ερημίτες, για τέτοιο κόσμο τέλος πάντων, σκέφτηκα.
Αυτό το νησί δεν κατοικείται πια. Η τελευταία γριά που ζούσε στην άλλη μεριά, πέθανε δυο χρόνια πριν, μόνη της. Τη βρήκαν ένα μήνα μετά, μουμιοποιημένη από τον αλμυρό αέρα και την παγωνιά. Άφησε τον ξυλόφουρνο της εύκαιρο, για όποιον με εκδρομική διάθεση θελήσει, να περάσει ένα μονοπάτι χωρίς σήμανση, πάνω από κάτι γκρεμνούς με δυο τρία άγρια κατσίκια, για να ψήσει ψωμί.
Στόμα με στόμα μαθεύτηκε το μέρος και καμιά φορά σκάει και κανένας νέος στην παρέα. Όλοι, όχι μόνο ο Αρχηγός, έχουν από ένα παρατσούκλι, το Όπλο, το Γεράκι, ο Εγκέφαλος, η Μπέμπα, ο Γιατρός, ο Τζόκλας. Η Μπέμπα είναι μικρή και τα έχει με τον Εγκέφαλο ή Ανεγκέφαλο κατά το Γιάννη. Έτσι δικαιολογείται το παρατσούκλι της, γιατί σ’ αυτή την παραλία, παρατσούκλια έχουν μόνο οι άντρες. Οι γυναίκες ονομάζονται κανονικά, Δήμητρες, Ελένες, Σοφίες.
Το Όπλο είναι δάσκαλος λάτιν χορών. Έπαιξε και στο διαφημιστικό της Νέας Δημοκρατίας για τις προηγούμενες εκλογές, αυτό με τον κομμωτή και τον πελάτη που επιμένει, Πάρτα σύριζα.
Ο Αρχηγός είναι γυμνός από τη μέση και πάνω. Φοράει καπέλο μέσα στη νύχτα με κίνδυνο να του φύγει το ψαθάκι απ’ τον αέρα. Συστήνεται κανονικά. Ως Αρχηγός δηλαδή, χωρίς όνομα. Τον λένε Πάρη, μου σφυρίζει ο διπλανός μου. Είναι γυμναστής, σαράντα χρονών, αν και δεν του φαίνεται καθόλου, από την ηπειρωτική επαρχία. Έχει την πιο καλή καβάτζα, γιατί αριβάρει νωρίς στο νησί και κάθεται συνήθως κάνα δίμηνο.
«Αρχηγός λοιπόν, λόγω παλαιότητας, ηλικίας ή λόγω ικανοτήτων;»
«Συνδυασμός όλων των παραπάνω»
«Α, ναι;»
«Κάποτε ήμουν και ηθοποιός. Είχα κάνει ένα πέρασμα από τη Λάμψη. Έπαιξα ένα έμπορο ναρκωτικών»
«Μα είσαι και διάσημος, και πως και δεν συνέχισες;»
«Δε γούσταρα καθόλου το κύκλωμα και το στυλάκι τους»
είπε και έβγαλε χαρτί, τζιβάνα, τρίφτη και καπνό να στρίψει ένα τρίφυλλο.
Καθώς το τσιγάρο γύριζε γύρω, γύρω, άκουγα τα πιο παράδοξα πράγματα. Ότι στην Βραζιλία υπάρχει ασφάλεια και άμα είσαι coolτύπος και χαλαρός κινείσαι ακόμα και στις φαβέλες νύχτα, αυτό υποστήριζε ο δάσκαλος της παρέας. Ότι αν ακουμπήσεις τη γη ανταλλάσεις ενέργεια μέσω ηλεκτρονίων, ότι οι σγουροί βασιλικοί έχουν ψυχή και όταν τους τρίβεις ή τους ακουμπάς πολύ κατσιάζουν και μαραίνονται και άλλες τέτοιες μαλακίες που με έκαναν να γελάω ακατάπαυστα, σε μια εκτεταμένη ευφορία που σκότωνε προσωρινά έστω, όλο τον σκεπτικισμό και την ειρωνεία μου σαν χαρακτήρα. Ήμουν πια οριζοντιωμένη στις μαξιλάρες, όταν ένιωσα ένα χέρι στο γόνατο μου. Το χέρι του Αρχηγού. Δεν ήταν ο τύπος μου, έχω ένα θέμα με τα πρόσωπα της εξουσίας, κι όμως σαν ηλίθια έφηβη έμεινα ακίνητη κρατώντας την ανάσα μου στο άγγιγμα του. Με κάλεσε στη σκηνή του κι ακολούθησα σχεδόν υπνωτισμένα. Τίποτα το ιδιαίτερο ο Αρχηγός, κάπως μέτριος κι αδιάφορος, αντικειμενικά τώρα, μπορεί να μην ήμουν σε καμιά καλή φάση, είχα ένα σωρό θέματα στο μυαλό μου, αλλά κι αυτός δεν έλεγε τίποτα στο κρεβάτι ή στο υπόστρωμα σωστότερα. Από την άλλη ένιωθα καλά, σα παιδί που το έσκασε από το σπίτι για να κάνει το γύρο του κόσμου, τόσο καλά που έκανα μια βουτιά στα κρύα νερά της πρωινής θάλασσας. Μετά έριξα κι ένα κουβά γλυκό νερό απ’ το πηγάδι να ξεπλυθώ. Έκατσα κατάχαμα στην άμμο, γυμνή, κουκουλωμένη με μια πετσέτα, ενώ εκείνος χάθηκε προς τα πέρα που ήταν η σκηνή του.
*
Η θάλασσα συνέχιζε να είναι άγρια. Οι παραθεριστές έκαναν τσιγάρο στο παρατηρητήριο και το πολυβολείο, όπως έμαθα ότι αποκαλούσαν τα υπόστεγα, έπαιζαν ποδόσφαιρο στην άμμο ή τάβλι γυμνοί, κουβεντιάζανε για θέματα της πόλης, παντελώς άσχετα με το χαλαρό κλίμα της παρέας. Έπιασα μια συζήτηση για το φεστιβάλ της ΚΝΕ, από μια κοπέλα που τεντωνόταν κάθε δέκα λεπτά, τραβώντας με τα χέρια ψηλά το κορμί της σαν τόξο που στοχεύει τον ουρανό και δείχνει με τα στητά της στήθη και τον ήλιο τατουάζ στην όμορφη πλάτη της, την αλαζονική υπεροχή, μιας γυναίκας που βροντοφωνάζει με τον τρόπο της, είμαι εδώ, κοιτάξτε με. Κάποιες Ελένες ή Σοφίες, έτριβαν τα κατσαρολικά στην άμμο και άπλωναν τις πετσέτες τους. Θυμήθηκα πως δεν είχα ούτε δεύτερο βρακί ν’ αλλάξω και θα βασιζόμουνα στα πράγματα που είχε αφήσει ο σωτήρας Ανέστης, μέχρι να φύγω. Ποτέ δε ζητάω χάρες από ξένους. Αυτός όμως ήταν απών, είχα και το ελεύθερο, με βόλευε. Από μικρή ακατάδεκτη, περίεργη, μόνο την παρέα των ανθρώπων ζητιάνευα, είχα μεγαλώσει βλέπεις μοναχοπαίδι στα καράβια. Όταν έβλεπα παιδιά τσίριζα χαρούμενη, πέρασαν τα χρόνια, κατάλαβα. Το πολύ πολύ να κυκλοφορώ ξεβράκωτη, δεν έχει και καμιά σημασία εδώ που είμαστε.
Ο Αρχηγός με πλησίασε αργά, μου έδειξε τη μια απομακρυσμένη σκηνή
«Εκεί μένει αυτός ο τύπος με το καπέλο τζόκεϊ που κάθεται πίσω μας. Ποτέ δεν κάνει μπάνιο στη θάλασσα και είναι πάντα ντυμένος. Ένα γεια μας λέει κι αυτό σπάνια, μόνο επιτηρεί την παραλία. Φήμες θέλουν να είναι ο ληστής της Νάξου, που κρύβεται τα καλοκαίρια. Η άλλη σκηνή ανήκει στον Ιταλό, αυτόν που κουτσαίνει, με το κοντό ποδάρι, θα τον πρόσεξες, κάθε που πέφτει ο ήλιος κάθεται οκλαδόν και επικοινωνεί τηλεπαθητικά με το σκύλο του στη Ρώμη, μεγάλος μαλάκας όμως, κάθε φορά που πίνει κάνει στα καλά καθούμενα φασαρίες.»
Ακούγοντας γούρλωσα τα μάτια. Σε ένα μικρό παράδεισο ήταν μαζεμένη μια κουστωδία ανθρώπων, που καθημερινά προβάρει ρόλους που η πόλη δεν χωράει ή που ο αντίλαλος τους ποτέ δεν φτάνει στ’ αυτιά μας. Οι πόλεις μας ρουφάνε, όπως οι αχόρταγες ερωμένες, οι μαύρες τρύπες του έρωτα που εκμηδενίζουν το εγώ.
Τον ακολούθησα πίσω από ένα λευκό βράχο που τον λένε θρόνο του Ποσειδώνα. Μια Σοφία, άνεργη χορεύτρια αν δεν κάνω λάθος, σα να μου έριξε μια δηλητηριώδη ματιά. Είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τι παιζόταν. Μου φάνηκε χαζό, τόσα κορίτσια να έχουν έρθει ξέμπαρκα στην άκρη του πουθενά, πάνω στην κάψα της νεότητας τους, στη μέση του τίποτα μήπως και τις ευλογήσει ο Αρχηγός ή κάποιος απ’ την ομάδα του.
Άγγιξε τις άκρες των μαλλιών μου,
«Φρεσκοκουρεμένα είναι» είπε
κι ενώ τον ήξερα ελάχιστα, κατάλαβα, δεν είμαι και καμία χτεσινή, ακούμπησα με τα ακροδάχτυλα μου το στέρνο του, κι έσκυψα, εκεί μπροστά στο θρόνο, με μια ελαφριά κλίση προς το ζεστό από τον ήλιο σώμα του
«θα με τρελάνεις εσύ μ’ αυτά που κάνεις»
ψιθύρισε ενώ μικρά κομμάτια πέτρας κατρακυλούσαν την πλαγιά για να βουτήξουν με θόρυβο στη θάλασσα.
*
Περνούσαν οι μέρες κι ούτε σημάδι από το καΐκι. Το νερό είχε τελειώσει και πίναμε απ’ το πηγάδι. Μ’ είχε ξεσκίσει η κοιλιά μου. Υπέφερα τα βράδια από κάτι πόνους οξείς και σύντομους σαν κολικούς. Τα τρόφιμα που είχαν απομείνει, επιμερίστηκαν αναγκαστικά, για όσους δεν είχαν την προνοητικότητα να κρατήσουν προμήθειες και το Όπλο μας έδινε με το δελτίο. Σα να πήρε το αυτί μου κάτι ψιθύρους, γιατί αυτή κι ύστερα, μα το είπε ο Αρχηγός, μέχρι να φύγει, ούτως ή άλλως δεν θα κάτσει, για λίγο θα μείνει, πως να γίνει δηλαδή, αμαρτία είναι να κάνουμε διακρίσεις. Οι νυχτερινές έφοδοι του Αρχηγού αραίωσαν. Να πω την αλήθεια με πείραξε λιγάκι. Δεν είχα και κάτι καλύτερο να κάνω, αν εξαιρέσεις μια ανθολογία του Ρίτσου που βρήκα στη σκηνή μου. Τα απογεύματα στην παραλία ερχόταν να με χαιρετήσει, μου έλεγε τα νέα του, ας πούμε πως κάπνισε ένα τσιγάρο blackmambaπου του έδωσε ένα πρεζάκι τελειωμένο με βλέμμα νυφίτσας, αυτός που στριφογύριζε ανάμεσα στις σκηνές τις νύχτες κι έχασε την αίσθηση του χρόνου. Μέσα σε μια κρίση πανικού, νομίζοντας πως είναι ξεχασμένος στην Συκιά εδώ και δέκα χρόνια, άπλυτος, με γένια και μακριά μαλλιά, κάθισε σε μια άκρη δίπλα στο πολυβολείο, άρχισε να κλαίει και να φωνάζει. Έβλεπε το φεγγάρι βαμμένο ώχρα και το σκοτάδι επιθετικό, ζωντανεμένο σε μπλε σκούρες υπερβατικές σκιές. Ο Τζόκλας τον αγκάλιασε ψιθυρίζοντας του στο αυτί, κοντά μια ολάκερη ώρα, πως δεν είναι ούτε ένα μήνα εδώ και τέλος Αυγούστου θα φύγουμε όλοι, θα πάμε στις δουλειές μας.
«Ησύχασε, δεν τρέχει τίποτα, το παλιοτσίγαρο φταίει κι οι παραισθήσεις που σου προκαλεί.»
Μετά μου ανέλυσε πως το Όπλο θέλει να του φάει την αρχηγία και του χρόνου θα διεκδικήσει ψήφο εμπιστοσύνης, μα αυτός κρατάει την παραλία γερά και τον σέβονται, δεν κινδυνεύει.
Λέει να κάνει ένα χαρτί επίσημο, να, να γίνει ελεύθερη η χρήση ναρκωτικών, με υπογραφή φαρδιά πλατιά δικιά του μαζί με όλων των άλλων και το γεωγραφικό στίγμα της παραλίας.
«Να υπογράψεις και ‘συ»
«Μπα δε νομίζω να είναι καλή ιδέα, δεν θα πετύχεις τίποτα, άσε που παίζει να σκάσουν τα ΕΚΑΜ και να σας μπουζουριάσουν όλους μέσα, σε μια εμπνευσμένη αποστολή να μπει λίγη τάξη σε αυτόν το βρωμότοπο και σε όσους νομίζουν πως υπάρχει ασυδοσία και ελευθεριότητα στη χώρα»
Δεν ξέρω πως κατέληξα να γίνω εξομολόγος στα παράλογα υπαρξιακά των διακοπών και όλα αυτά χωρίς να ξέρω και κανένα σοβαρό εσώψυχο του, από αυτά που συζητάνε οι κανονικοί άνθρωποι, που δεν κωλοβαράνε στην άγονη γραμμή όλο το καλοκαίρι, από πού πηγάζει ας πούμε αυτή η μεγαλομανία, η βαθιά αρρωστημένη ανάγκη του να ανήκει, να ηγείται, να είναι χαμένος ή οι κυκλικές εναλλασσόμενες σεξουαλικές συνευρέσεις με τα κορίτσια της παραλίας. Έπρεπε να ακούω και να σχολιάζω, ειρωνικά μεν ενίοτε, με προσοχή δε, να μην τον νευριάσω, από ανάγκη πιο πολύ και καθόλου από ευγένεια. Δε με διασκέδαζαν πια ούτε οι διενέξεις τους, ούτε η γραφικότητα τους. Ήθελα να φύγω, να γυρίσω πίσω. Το που ήταν μια άλλη ιστορία.
*
Η αληθινή ζωή με αναζητά, το πιθανότερο σαν πνιγμένο κουφάρι που έχει φουσκώσει από τη σήψη και θα εμφανιστεί στην ανέμελη ακτογραμμή, μπορεί και να είμαι πεθαμένη ήδη στα χαρτιά, ούτε καν αγνοούμενη. Έχουν περάσει πολλές μέρες. Ό,τι συμπέρασμα είναι να βγει για το ναυάγιο, θα έχει βγει. Εκείνος τώρα ξέρει και θα έχει κλάψει γοερά, παραβλέποντας το γεγονός της φυγής μου. Πιθανά στην αγκαλιά της μάνας μου που θα φοράει μαύρα. Πόσο άτυχη, θα λένε. Κάτι συνάδελφοι θα περιγράφουν πως ήμουν δυναμική κι αγύριστο κεφάλι, κανονική Αρβανίτισσα, έτοιμη να απογειώσω την καριέρα μου, τώρα που η εταιρεία έπαιρνε τα πάνω της μεσούσης της κρίσης. Στους διαδρόμους είμαι σίγουρη θα σχολίασαν, τι δουλειά είχα να ταξιδεύω μόνη μου με τέτοιο καιρό, ύποπτο πράγμα, καμιά γκομενοδουλειά θα ήταν να δεις. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις και δεν της το’χα.
Το ίδιο βράδυ, το πυροβολείο και το παρατηρητήριο κάηκαν υπέροχα, ανάμεσα σε φλόγες τεράστιες που τα κατάπιαν αχόρταγα μεσ’ το σκοτάδι. Κοιτούσα εκστατικά τη φωτιά και ψέλλισα
 
«Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.

Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.»
 
 
 
κάποιες Ελένες και μια Σοφία μου έριξαν ένα υποτιμητικό βλέμμα όλο ειρωνεία, γραμμένες τις είχα, ούτε καν γύρισα να τις κοιτάξω καθώς χάιδευα τον αναπτήρα ανάμεσα στα χέρια μου. Σιγοτραγουδούσα και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους κι ήταν αρχηγός, ο Αρχηγός. Ο κόσμος τους καίγεται μπροστά μου, εύκολα, μόλις σε επτά λεπτά, ακριβώς όπως ένα στριφτό τσιγάρο σε άπνοια.
 
*
 
Την επόμενη μέρα το καΐκι φάνηκε από τ’ ανοιχτά. Η θάλασσα ήταν λάδι κι η ζέστη έλιωνε τα σώματα κάτω από τον ανηλεή ήλιο. Είχαν κουρνιάσει στη σκιά των λίγων δέντρων, κανένας κάτω από συκιά, μόνο εγώ και μόλις το είδαν έτρεξαν απότομα προς τον πέτρινο μόλο. Μάζεψα στα χέρια τα λιγοστά μου πράγματα και το βιβλίο που δε μου άνηκε. Δε μίλησα σε άνθρωπο, δεν χαιρέτησα κανένα, έκατσα στην πρύμνη, αφήνοντας βαρύ το σώμα μου να πέσει πάνω στο σκάφος. Γύρισα το βλέμμα μου στον καπετάνιο και του χαμογέλασα.
«Δεν είμαι εγώ για τέτοια»
«Έτσι είναι αυτά, αν δεν το δοκιμάσεις, ποτέ δεν ξέρεις. Σκληρή η ερημιά και όμορφη. Σκληρή κι η θάλασσα»
Έριξα μια τελευταία ματιά στο τοπίο, μετά στο βαθύ μπλε ολόγυρα, σε εκείνα τα γυμνά σώματα που κουβαλούσαν προς τα πέρα μακριά, νερά, πακέτα, τσάντες. Άνοιξα το βιβλίο, σάλιωσα το δάκτυλο μου, γύρισα τη σελίδα εκεί που είχα τσαλακώσει, να διαβάσω λίγο, να βρω τις χαμένες λέξεις, το λυρικό ρυθμό να περιγράψω την πραγματική ζωή. Η ποίηση δεν μένει πια στον τόπο που ανοίγουν λάκκους για να κάνουν την ανάγκη τους αγέλες.-  
 
 
  *Απόσπασμα από τον Καιόμενο του Τάκη Σινόπουλου
 

Ακολουθήστε το limnosfm100.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Μοιραστείτε το



aqua blue new

 

Πώς χαρακτηρίζετε τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης στο θέμα των Ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στην Τουρκία;

Θετικούς(8.5%)
Αρνητικούς(80.9%)
Δεν ξέρω / Δεν απαντώ(10.6%)
Συνολικές ψήφοι: 47
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει ενεργό: Απριλίου 27, 2018