Βρίσκεστε εδώ:Αρχική>>Πολιτισμός>>Μικρά Αγγλία

the roots web banners 06

Μικρά Αγγλία
10.01.2014 | 14:53

Μικρά Αγγλία

Συντάκτρια:  Κυριακή Κατσάκη
Κατηγορία: Πολιτισμός

"Ό,τι συνιστά την ανθρώπινη ύπαρξη περιλαμβάνει οπωσδήποτε τον έρωτα, τη φιλία, την εμπιστοσύνη, τον σεβασμό στο πένθος (...) Έχοντας τη μνήμη και τη γνώση της ιστορίας του τόπου και των παθημάτων του παρελθόντος αποκτούμε λόγους για ν' αγωνιζόμαστε", λέει η Ιωάννα Καρυστιάνη σε πρόσφατη συνέντευξή της. Kαι πράγματι, το αφηγηματικό σύμπαν της Μικράς Αγγλίας περιλαμβάνει τον έρωτα, τη φιλία, τον σεβασμό στο πένθος, ψηλαφώντας τις ρίζες με λαογραφική ακρίβεια και πιστότητα. Είναι μια καλά τεκμηριωμένη προσέγγιση της κοινωνίας της Άνδρου των αρχών του εικοστού αιώνα, ανεκτίμητη για τη συλλογική μνήμη και για το γενικώς αποδεκτό βίωμα ελληνικότητάς μας.

«Ήθελα ν'αγαπήσω πολύ»

Ατελείωτος χειμώνας στην ψυχή του κεντρικού χαρακτήρα, της Όρσας, που είναι περίκλειστη στους ορίζοντες της αέναης παραμονής της στο νησί, εξορισμένη στα κακοτράχαλα βράχια των νεανικών της ερώτων και στην πεζότητα της καθημερινότητάς της μέσα στο σπίτι. Ο έρωτάς της είναι ανεκπλήρωτος, η ματιά της παραμένει προσκολλημένη στους αδειανούς τάφους και στα στεφάνια για τους πνιγμένους που πλέουν στο λιμάνι. Η ανάγκη της Όρσας να αγαπήσει πολύ έντονα διαψεύδεται από την απόσταση και την αλλοίωση που αυτή επιφέρει στις προθέσεις της. Το πάθος όμως καιροφυλακτεί και τρυπώνει κάτω από την ίδια στέγη. Για να ξεσπάσει σε όλο του το μεγαλείο με την απώλεια του ποθητού άνδρα.

Η σχέση των δύο κοριτσιών περνά από τον ανταγωνισμό στην αποξένωση και από το μίσος στη συμφιλίωση

Από την άλλη, η μικρότερη αδελφή, η Μόσχα: σ’ αυτήν λαχαίνει ο κλήρος να έχει τον σύζυγο χωρίς να έχει τον έρωτα. Ολοκληρωμένος χαρακτήρας, απαραίτητος για την απόδοση συμμετρίας στο έργο. Η σχέση των δύο κοριτσιών περνά από τον ανταγωνισμό στην αποξένωση και από το μίσος στη συμφιλίωση, όπως ορίζει η ανθρώπινη συνθήκη. Όλα αυτά υπόγεια, κατασιγασμένα, έτοιμα να εκραγούν. Η ταινία είναι ενορχηστρωμένη σε μιαν αργή, "σταμπιλαρισμένη" εκδοχή του γήινου χρόνου, με αποτέλεσμα ο θεατής να δέχεται ένα (καλοδεχούμενο) χαστούκι σ’ εκείνες τις σκηνές που αποδίδουν τις βίαιες εναλλαγές της μοίρας. Για παράδειγμα, στην εκπληκτική -και, φαντάζομαι, επικίνδυνη για τον κινηματογραφιστή- σκηνή του σπασίματος των πιάτων και της υστερικής αντίδρασης της Μόσχας, όταν αισθάνεται εξαπατημένη από την αδελφή της και τον νεκρό άντρα της.

Η Μίνα, η μητέρα, αποφασίζει για τη μοίρα των θυγατέρων της με κριτήρια αυστηρά κοινωνικά και οικονομικά, χωρίς να υποψιάζεται τον θανατερό ιστό που μόνη της εξυφαίνει. Η μητέρα είναι η ισόβια «παρθένα», αυτή που περιμένει την επιστροφή του συζύγου από τις θάλασσες κι επωμίζεται τον δυσβάσταχτο ρόλο του άντρα σε μια γυναικοκρατούμενη κοινωνία, για να εισπράξει την απόλυτη αγνωμοσύνη στο τέλος. Η μητέρα θα μετατραπεί σε θύτη, ενώ έχει τις καλύτερες των προθέσεων, γι΄αυτό ίσως είναι η τραγικότερη μορφή του έργου.

alt"Όποιος πνίγηκε μετάνιωσε"

Ο Σπύρος Μαλταμπές είναι ο τέταρτος χαρακτήρας. Ο εφηβικός του έρωτας με την Όρσα είναι προδομένος, μα η θάλασσα παραμένει η μεγάλη του ερωμένη. Ο γάμος του με τη Μόσχα και η εισβολή του στην οικογένεια, συνδυασμός φιλοδοξίας και αντεκδίκησης, τον παγιδεύει σ’ ένα ιψενικό τρίγωνο που θα του εξασφαλίσει ισόβια δυστυχία. Όσο για τον σύζυγο της Όρσας, τον Νίκο, παραμένει σχηματικός στο έργο, χωρίς τις λεπτές ποιότητες που θα τον καθιστούσαν οτιδήποτε άλλο πέρα από συμπαθή. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου.

Το πιο ενδιαφέρον μέρος του σεναρίου αναφέρεται στη μυστική και ιερή ζωή του πατέρα, μακριά, στην Αργεντινή. Μια ζωή που δεν διασταυρώνεται με τη ζωή της οικογενείας του και εγκυμονεί μιαν ακόμη ματαίωση. Μακριά στους ωκεανούς, με την αλληλογραφία και τα χαρτόκουτα με τις φωτογραφίες η οικογενειακή ιστορία εκτυλίσσεται σε ενσταντανέ απαθανατισμένα ώστε να υποκαθιστούν τις πραγματικές οικογενειακές σχέσεις. Η επιστροφή του πατέρα-ναυτικού θα τον επανασυνδέσει με τον ομφάλιο λώρο αποκόπτοντάς τον από τους νέους δεσμούς αίματος που συνήψε στην ξενιτειά. Η παράλληλη ιστορία της Αργεντινής έχει κι αυτή τους πρωταγωνιστές και τους νικητές και χαμένους της: η αφήγηση αυτή είναι συγκινητική, ακριβώς γιατί είναι ελλειπτική.

Η Ανέζα Παπαδοπούλου θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου για την ερμηνεία της μητέρας Μίνας. Η Σοφία Κόκκαλη «γράφει» στον φακό με μια μοναδική ερμηνεία στον ρόλο της Μόσχας - μιαν απαστράπτουσα, ευρωπαϊκού επιπέδου παρουσία. Αλλά και η εύθραυστη Τσιλίκα στον ρόλο της Όρσας, πλαισιωμένη από τον αισθησιακό Κωνσταντίνου, τον εκφραστικότατο Μουμούρη, τον έξοχο Καλαβρούζο. Επίσης, η τραγική Σαμαντά, ο Βασιλάκης, η Ιγγλέση, η Πολέμη με την υπέροχη μουσική της, ο Σαρκετζής, ο Δαγκλίδης, η Ζωϊοπούλου, ο Γιαννόπουλος, απαρτίζουν μια άξια ομάδα που «τα έδωσε όλα». 

Άνδρες θαλασσόλυκοι, γυναίκες Πηνελόπες

Η ταινία ξεκινά με το νοσταλγικό ατένισμα στους ορίζοντες και στον "καταπιόνα" της ανοιχτής θάλασσας που μας είναι γνωστό από τις Νύφες. Προχωρά με την υπέροχη ιδέα του κεντήματος των βουλιαγμένων καραβιών και των πνιγμένων συζύγων. Κορυφώνεται με την καταλυτική παρέμβαση της μάνας στα προξενιά, που ρίχνει τον σπόρο της οικογενειακής τραγωδίας στην εξέλιξη του μύθου. Κάθε πλάνο της Μικράς Αγγλίας καθιερώνει καθεστώς λατρείας προς τον τόπο και τον άνθρωπο, όπως συμβαίνει άλλωστε με όλες τις ταινίες του Βούλγαρη. Μια φύση με πασχαλιές, σπάρτα, λούπινα, κάλλες και ανεμώνες, μια αγριεμένη θάλασσα, ένας κόσμος γυναικών και κοριτσιών δέσμιων της ενδογαμικότητας για τη διατήρηση της κοινωνικής ευταξίας, ανδράποδων που προπονούνται για συγκεκριμένους ρόλους. Οι άντρες μακριά, δέσμιοι κι αυτοί της κοινωνικής τάξης και του επαγγελματικού ρόλου, με ανοιχτούς λογαριασμούς, τόσο με τη ζωή πίσω στο νησί, όσο και με τον θάνατο.

Κάθε πλάνο της Μικράς Αγγλίας καθιερώνει καθεστώς λατρείας προς τον τόπο και τον άνθρωπο

Οι εξαχνωμένες, αποπνευματωμένες γυναίκες της ταινίας απλώς περιφέρουν το κοινωνικό τους προσωπείο και γεννούν απογόνους. Το σαρκίο τους ταλανίζεται από την απαγόρευση και δαμάζεται από τις ωδίνες του τοκετού, η απέχθειά τους προς το ψάρι είναι ο εσωτερικευμένος φόβος μήπως το ψάρι αυτό έχει φάει κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο, στα βάθη του ωκεανού. Η αναφορά του σεναρίου στις κοινωνικές επιταγές -άνδρες "θαλασσόλυκοι", γυναίκες "Πηνελόπες"- συνθέτει μιαν Οδύσσεια επαναπροσέγγισης της ανθρώπινης μοίρας στη συνάφειά της προς τον ευνουχιστικό μικρόκοσμο της οικογένειας και τις παγιωμένες, αμετακίνητες προσδοκίες του κοινωνικού ιστού, συνυφασμένη με το μικροαστικό όνειρο της κοινωνικής ανέλιξης και τη σωτηρία από τη δαμόκλειο σπάθη της χηρείας. Η θάλασσα είναι η «αντίπαλος ερωμένη», καθώς επικρατεί το δέος του ωκεανού: "Όποιος πνίγηκε μετάνιωσε", λέει ο ναυτικός αφήνοντας πίσω του μιαν υπόσχεση γάμου που προδόθηκε. 

Στο τέλος επικρατεί η αίσθηση του πολυπιεσμένου, συντεθλιμμένου ερωτισμού κάτω από τα ηχηρά και τόσο μισητά σανίδια της οροφής. Η επίγευση από το ξεπέρασμα των ορίων, το μαρτύριο της αποκοπής από τον έρωτα και ο φθόνος, η μιαρή, «αιμομικτική», τρόπον τινά, συστέγαση που παραπέμπει στην αρχαία Τραγωδία, η ανηλεής φιγούρα της Μάνας. Όλα τα θέματα της ταινίας και του βιβλίου στοιχειοθετούν την απόλυτη συντριβή και σκιαγραφούν τη δύναμη του έρωτα. Που καλύτερα να μην σε επισκεφθεί, γιατί, ναι μεν, «φεύγει γρήγορα, αυτά όμως που αφήνει πίσω του δεν φεύγουν ποτέ». 

altΜοίρα υποταγμένη στην πρακτική αναγκαιότητα

Ενώ εξυφαίνεται η προοπτική της ευτυχίας, η τρίχα του θεατή παραμένει όρθια, γιατί υφέρπει ο όλεθρος. Η υπόσχεση δίνεται, κι αυτή είναι μια άρτια προϋπόθεση για να καταπατηθεί. Για να μετατραπεί ο όρκος σε θηλιά. Όμως αυτό το εύρημα δεν αξιοποιείται επαρκώς: η τερατώδης μορφή μιας Μάνας Κουράγιο, που ρίχνει τον ζοφερό της ίσκιο στο πεπρωμένο των "δύσκολων" κοριτσιών της θα' πρεπε να παραγάγει ένα χαρακτήρα εξίσου ζοφερό και τερατώδη, που να μην αφήνει περιθώρια συμπόνιας, κατανόησης, ταύτισης του θεατή. Η ωραία φιλμική περσόνα της μάνας δεν αξιοποιείται στη διάπλαση ενός χαρακτήρα πειστικού, αντίστοιχου με τις ηθικά επιλήψιμες πρωτοβουλίες αυτής της γυναίκας, σε σημείο να φαντάζει η θυσιασμένη Όρσα σαν ξωτικό, σαν άλλη Οφηλία, σαν ένα «αερικό», που φέρει το στίγμα της τρέλας κατά τρόπον ενστικτώδη και παρορμητικό. Σαν να μην έχει παραδοθεί η πένθιμη ζωή της ως «αμνός επι σφαγή» στον βωμό της οικογενειακής τραγωδίας.

Ο θαυμασμός μας για την Ιωάννα Καρυστιάνη σ’ αυτό το σημείο παρεμβαίνει καταλυτικά και δίνει το ελαφρυντικό: μιλάμε για λογοτεχνία, πάνω απ' όλα, και στη λογοτεχνία προσεγγίζεις την ανθρώπινη φύση με συμπάθεια. Αυτό αρκεί. Κι ας παραμένει η ανθρώπινη μοίρα ορθολογικά υποταγμένη στην πρακτική αναγκαιότητα, κι ας μην αποτίεται ο φόρος αίματος από τον άμεσα υπεύθυνο, τον μεγαλύτερο υπαίτιο (αυτήν τη σκύλα Μάνα, που η σκληρότητά της υπερβαίνει εκείνην της Κλυταιμνήστρας).

Η ωραία φιλμική περσόνα της μάνας δεν αξιοποιείται στη διάπλαση ενός χαρακτήρα πειστικού

Από την άλλη, η Μικρά Αγγλία ακροβατεί στα όρια του μελοδραματισμού: γιατί ο Σπύρος Μαλταμπές να μην είναι κάποιος που απλώς πνίγηκε, όπως όλοι οι προκάτοχοί του; Γιατί θα ’πρεπε να γίνει ήρωας που περιμάζεψε τους συντρόφους και χάθηκε τορπιλισμένος από τον εχθρό; Αυτή η πατριδοκεντρική προσέγγιση, πέραν της ψευδεπίγραφης ιστορικότητάς της, σοκάρει τον θεατή κι αυτόματα βυθίζει τον ήρωα στη δίνη της "εποχίλας", διαψεύδοντας τη δεδηλωμένη πρόθεση του σκηνοθέτη να μην υποκύψουν οι χαρακτήρες στη γοητεία των εικόνων ("να μην μυρίζει η ταινία εποχίλα", όπως είπε ο ίδιος).

Όσο για το "διδακτικό σχόλιο" στο τέλος της ταινίας, για την τροπή που ίσως είχαν πάρει τα πράγματα εάν αυτά τα συντετριμμένα κορίτσια "κάτι είχαν σπουδάσει, κάποια δουλειά είχαν βρει, κάπου αλλού είχαν πάει", είναι μια επιλογή που υποσκάπτει τη βεβαιότητα πως η τραγικότης είναι ίδιον της ανθρώπινης ιδιοσυστασίας εν γένει, πως η οδύνη είναι σύμφυτη με τον φύσει παράλογο χαρακτήρα των ανθρωπίνων. 

Βεβαίως, το τραγικό πλέγμα καταστάσεων που ορίζεται από μια κοινωνία αυστηρή και δύστροπη μπορεί και να σπάσει. Και πράγματι: είναι παρήγορο στο έργο αυτό το πώς υποσκάπτεται η μικρογραφία της στατικής «δυσκίνητης» νεοελληνικής κοινωνίας από την ανθρωπιά, την πηγαιότητα, τον ασυγκράτητο έρωτα, την αδελφική αγάπη, τη συμπονετική ματιά των γυναικών. Το πώς δυναμιτίζεται το πάγιο, απολλώνειο και ορθολογικό από την ανέλπιστη ανάδυση του ενστικτώδους, του σωματικού, του διονυσιακού και ο βράχος της ξενηλασίας, της υποτιθέμενης αυτάρκειας, της σπαρτιατικής αυστηρότητας και της ηθικής θραύεται στην τρικυμία της ανθρωπιάς και του συναισθήματος.

 ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ

 

Ακολουθήστε το limnosfm100.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Μοιραστείτε το

 

banner 300x250 superRunner thessaloniki GR

 

stenos400x400

 

youtube channel