Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται εδώ και χρόνια εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο απογοήτευσης. Η απαξίωση του πολιτικού συστήματος δεν αποτελεί πλέον μια παροδική αντίδραση, αλλά ένα δομικό χαρακτηριστικό της μεταπολιτευτικής μας πραγματικότητας.
Τα συμπτώματα είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού: ραγδαία αύξηση της αποχής, παγιωμένη αδιαφορία για τα κοινά και μια διογκούμενη «αντισυστημική» ψήφος, η οποία συχνά εκφράζεται περισσότερο ως κραυγή απόγνωσης παρά ως δομημένη πολιτική πρόταση.
Ωστόσο, αν θέλουμε να κατανοήσουμε —και όχι απλώς να καταγγείλουμε— το φαινόμενο, οφείλουμε να αναζητήσουμε τους λιγότερο ορατούς γενεσιουργούς μηχανισμούς του. Πίσω από την επιφάνεια των καθημερινών πολιτικών αντιπαραθέσεων κρύβεται μια βαθιά αναντιστοιχία: η δομή του πολιτικού μας συστήματος παραμένει προσκολλημένη σε μοντέλα του παρελθόντος, αδυνατώντας να παρακολουθήσει τις κοσμογονικές αλλαγές των τελευταίων δύο δεκαετιών.
Η κοινωνία αλλάζει, το σύστημα κωφεύει
Ζούμε στην εποχή της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης. Η έκρηξη της τεχνολογίας, σε συνδυασμό με τις ραγδαίες μεταβολές στο διεθνές γεωπολιτικό και οικονομικό στερέωμα, έχει αναμορφώσει πλήρως τα κοινωνικοοικονομικά και πολιτισμικά δεδομένα.
Ο σύγχρονος πολίτης είναι περισσότερο ενημερωμένος, πιο δικτυωμένος, αλλά ταυτόχρονα πιο εκτεθειμένος σε παγκόσμιες προκλήσεις και αβεβαιότητες.
Παρά ταύτα, το πολιτικό οικοδόμημα στην Ελλάδα μοιάζει να λειτουργεί με «λογισμικό» περασμένων δεκαετιών. Η θεσμική δυσκινησία και η αδυναμία ενσωμάτωσης των νέων κοινωνικών δυναμικών δημιουργούν ένα επικίνδυνο κενό αντιπροσώπευσης, το οποίο μεταφράζεται σε κοινωνική δυσπιστία και, εν τέλει, σε οργή.
Η «παγίδα» του πελατειακού συστήματος
Στον πυρήνα αυτής της δυσλειτουργίας βρίσκεται ο διαβρωτικός μηχανισμός του πελατειακού συστήματος. Παρά τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και των διαδικασιών, η βαθύτερη φιλοσοφία της πολιτικής μας κουλτούρας παραμένει δέσμια της λογικής της «συναλλαγής».
Στις εκλογικές αναμετρήσεις, η τοπική κοινωνία συχνά δεν αναζητά εκπροσώπους με στρατηγική σκέψη ή εθνικό όραμα. Αντιθέτως, μέσω του κυνηγιού του «σταυρού», επιβραβεύονται οι ικανότεροι διαμεσολαβητές: πρόσωπα που μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρες προς την κεντρική εξουσία για την ικανοποίηση προσωπικών ή τοπικιστικών αιτημάτων.
Αυτή η παραμόρφωση της δημοκρατικής λειτουργίας μετατρέπει τον βουλευτή από εκπρόσωπο του έθνους σε μεσάζοντα συμφερόντων. Έτσι, η πολιτική παύει να είναι πεδίο παραγωγής οράματος και μετατρέπεται σε μηχανισμό διαχείρισης εκκρεμοτήτων.
Η ανάγκη για μια νέα πολιτική αρχιτεκτονική
Αν θέλουμε να αναστρέψουμε την πορεία προς την πλήρη απαξίωση, δεν αρκούν οι επικοινωνιακές διορθώσεις ή οι αλλαγές προσώπων. Απαιτείται μια ριζική αναθεώρηση της ίδιας της δομής του πολιτικού συστήματος.
Πρέπει να σπάσουμε τους μηχανισμούς της πελατειακής εξάρτησης.
Πρέπει να οικοδομήσουμε θεσμούς που προάγουν τη διαφάνεια και την αξιοκρατία, συμβατούς με τις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής.
Πρέπει, εν τέλει, να περάσουμε από την εποχή του «διαμεσολαβητή» στην εποχή του αυθεντικού πολιτικού εκπροσώπου.
Η πολιτική εμπειρία και η επιστημονική γνώση είναι σαφείς: όσο το σύστημα αρνείται να προσαρμοστεί στα σύγχρονα δεδομένα, τόσο η κοινωνία θα απομακρύνεται από αυτό. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν είναι ζήτημα προσώπων, αλλά ζήτημα δομών.
Το δίλημμα είναι πλέον ξεκάθαρο: ή θα επιλέξουμε μια δημοκρατία ουσιαστικής εκπροσώπησης ή θα συνεχίσουμε με ένα σύστημα που κινδυνεύει να καταρρεύσει κάτω από το βάρος των ίδιων του των αναχρονισμών.
* O Χαλκιώτης Δημήτριος (DipED, MA, PhD) είναι Καθηγητής-Σύμβουλος Σπουδών ΕΛΛ. ΑΝ. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ Τακτικό Διδακτικό Μέλος στο ΕΚΔΔΑ






















