Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης «Prime Minister’s Questions», ο Στάρμερ δήλωσε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να επιτρέψει τη συμμετοχή της Βρετανίας στα αρχικά αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν χωρίς «νόμιμη βάση και ένα βιώσιμο, καλά μελετημένο σχέδιο». Ωστόσο, το Λονδίνο συμφώνησε αργότερα να επιτρέψει τη χρήση βρετανικών βάσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες για αμυντικά πλήγματα εναντίον ιρανικών πυραυλικών εγκαταστάσεων.
Η στάση αυτή προκάλεσε έντονη κριτική από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος χαρακτήρισε τον Βρετανό πρωθυπουργό «όχι Ουίνστον Τσώρτσιλ» και υποστήριξε ότι η «ειδική σχέση» ΗΠΑ-Βρετανίας έχει αποδυναμωθεί. Ο Στάρμερ απέρριψε τις κατηγορίες, τονίζοντας ότι η συνεργασία με τις ΗΠΑ συνεχίζεται κανονικά, καθώς αμερικανικά αεροσκάφη επιχειρούν ήδη από βρετανικές βάσεις.
Στο εσωτερικό μέτωπο, η ηγέτιδα των Συντηρητικών Κέμι Μπέιντενοχ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι περιορίζεται σε αμυντικές κινήσεις, λέγοντας πως η Βρετανία «πιάνει τα βέλη αντί να σταματά τον τοξότη». Παράλληλα, επέκρινε την καθυστέρηση στην αποστολή του πολεμικού πλοίου HMS Dragon στην περιοχή.
Ο Στάρμερ αντέτεινε ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις των Συντηρητικών άφησαν τις ένοπλες δυνάμεις «αποδυναμωμένες», ενώ υπογράμμισε ότι η Βρετανία ήδη ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία με μαχητικά F-35, αντιαεροπορικά συστήματα και ελικόπτερα Wildcat στην Κύπρο.
Την ίδια ώρα, η κρίση κλιμακώνεται, καθώς το Ιράν έχει εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ και χωρών του Κόλπου που θεωρούνται σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών.

























