Αντίστοιχα, οι τέσσερις στους δέκα δεν μπορούν να κατανοήσουν απλά φυσικά φαινόμενα, αλλά ούτε και το νόημα απλών κειμένων. Για την τραγική αυτή εικόνα μιλούν στο iefimerida δύο ειδικοί.
Η πτώση των επιδόσεων δεν αφορά μόνον την Ελλάδα, αλλά παρατηρείται σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, σε σχέση με τον διαγωνισμό του 2022 και αποδίδεται εν μέρει στην πανδημία. Οι σημερινοί 15χρονοι την περίοδο της πανδημίας ήταν στην Δ΄ και στην Ε΄ Τάξη και, όπως φαίνεται, τους επηρέασαν η αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας (από τη σχολική αίθουσα στην τηλεκπαίδευση) και η συνεχής ενασχόληση με τα social media, ενώ κατεγράφη αύξηση των απουσιών. «Οι μαθητές της έρευνας του 2025 πλήρωσαν βαρύτερο γνωστικό τίμημα σε σχέση με μαθητές που η κρίση της πανδημίας τούς βρήκε σε μεγαλύτερες τάξεις και άρα με πιο διαμορφωμένη γνωστική υποδομή», ανέφερε κατά τη χθεσινή παρουσίαση των αποτελεσμάτων ο Κώστας Δημόπουλος, καθηγητής Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και εθνικός συντονιστής του προγράμματος PISA.
Ο καθηγητής Κώστας Δημόπουλος μιλάει σήμερα στο iefimerida για την αποστήθιση, την κατανόηση κειμένου, τις κοινωνικές ανισότητες και τις τρεις πιο βασικές αλλαγές που χρειάζεται το ελληνικό σχολείο.
Το ελληνικό σχολείο εξακολουθεί να δίνει μεγάλο βάρος στη γνώση ως πληροφορία, την ώρα που οι μαθητές καλούνται όλο και περισσότερο να αποδείξουν ότι μπορούν να την κατανοήσουν και να την αξιοποιήσουν.
Για τον καθηγητή Κώστα Δημόπουλο, εθνικό συντονιστή του προγράμματος PISA στην Ελλάδα, εκεί βρίσκεται ένα από τα βασικά ζητήματα πίσω από τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στις διεθνείς αξιολογήσεις. «Υπάρχει έμφαση στην ακαδημαϊκού τύπου γνώση και όχι στην εφαρμογή της στην καθημερινή ζωή ή στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η γνώση αυτή είναι χρήσιμη», λέει χαρακτηριστικά μιλώντας στο iefimerida.
Κώστας Δημόπουλος: «Να μειωθεί ο ακαδημαϊκός χαρακτήρας της σχολικής γνώσης»
Ο ίδιος θεωρεί ότι η αλλαγή πρέπει να ξεκινήσει από τον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται η γνώση. «Να μειωθεί ο ακαδημαϊκός χαρακτήρας της σχολικής γνώσης και να φανεί στα παιδιά η χρησιμότητα της γνώσης στην καθημερινή ζωή και πώς μπορούν να την αξιοποιήσουν», σημειώνει.
Για τον καθηγητή, το ζήτημα δεν περιορίζεται στις επιδόσεις ενός διεθνούς διαγωνισμού. «Αυτή η προσέγγιση δεν αποδίδει ούτε στις Πανελλήνιες εξετάσεις, όπου μεγάλο ποσοστό μαθητών γράφει κάτω από τη βάση», επισημαίνει, συνδέοντας τον τρόπο διδασκαλίας με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μαθητές και στο ελληνικό εξεταστικό σύστημα. «Είναι πιο σημαντικό να κατανοούν τα παιδιά τα αίτια των πολέμων παρά να αποστηθίζουν απομονωμένα γεγονότα», αναφέρει. Η έμφαση, επομένως, σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να μετακινηθεί από την απλή απομνημόνευση στην κατανόηση και στην ικανότητα εφαρμογής όσων διδάσκονται.
«Τα παιδιά δυσκολεύονται να καταλάβουν τι διαβάζουν, ενώ θα πρέπει να μάθουν να παράγουν τα ίδια κείμενα σε όλα τα μαθήματα, όχι μόνο στα γλωσσικά», τονίζει. Όπως εξηγεί, στα Μαθηματικά οι μαθητές θα πρέπει να μπορούν να περιγράφουν τα βήματα που ακολουθούν για να λύσουν ένα πρόβλημα, ενώ στις Φυσικές Επιστήμες να είναι σε θέση να εξηγούν και να τεκμηριώνουν ένα φαινόμενο.
Η ανάγκη αυτή αποκτά, σύμφωνα με τον καθηγητή, ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω των προκλήσεων που δημιουργεί η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Στο ερώτημα, ωστόσο, γιατί η Ελλάδα εμφανίζει διαχρονικά χαμηλές επιδόσεις στις διεθνείς αξιολογήσεις, ο καθηγητής δεν αποδίδει την εικόνα σε έναν μόνο λόγο. «Οι παράγοντες είναι πολλοί και λειτουργούν συνεργατικά», εξηγεί, συνδέοντας τις σχολικές επιδόσεις με το ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της χώρας.
«Η PISA συσχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη θέση της Ελλάδας σε πολλούς άλλους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες διεθνώς», αναφέρει. Όπως σημειώνει, η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στην 40ή έως 50ή θέση σε κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, κάτι που συνδέεται με τις επιδόσεις των μαθητών.
Στους παράγοντες που επηρεάζουν την εικόνα εντάσσει και το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των μαθητών, αλλά και τις μεταναστευτικές ροές.
«Οι μαθητές με μεταναστευτικό υπόβαθρο, οι οποίοι είναι συχνά χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, επιβαρύνουν τις συνολικές επιδόσεις», εξηγεί.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καταγράφονται τα αποτελέσματα της PISA του 2025. Περίπου 760.000 μαθητές από 91 χώρες συμμετείχαν στη διεθνή αξιολόγηση, αντιπροσωπεύοντας 33 εκατομμύρια δεκαπεντάχρονους. Κεντρικό αντικείμενο ήταν οι Φυσικές Επιστήμες, ενώ εξετάστηκαν επίσης τα Μαθηματικά και η Κατανόηση Κειμένου. Για πρώτη φορά αξιολογήθηκε και η ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων σε ψηφιακό περιβάλλον.
Στην Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές από 229 σχολεία, αντιπροσωπεύοντας 101.850 δεκαπεντάχρονους, δηλαδή το 95% του πληθυσμού-στόχου. Σύμφωνα με το υπουργείο, πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής της Ελλάδας από την έναρξη της PISA το 2000. Παράλληλα, καταγράφηκε μεγάλη προθυμία των ελληνικών σχολείων να συμμετάσχουν στην έρευνα.
Ανακοπή της πολυετούς απόκλισης της χώρας στα Μαθηματικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Παρά τη διεθνή υποχώρηση των επιδόσεων, η Ελλάδα σημείωσε μικρότερη κάμψη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Στα Μαθηματικά καταγράφεται για πρώτη φορά ανακοπή της πολυετούς απόκλισης της χώρας, με τάση σύγκλισης προς τον μέσο όρο.
Τα στοιχεία της έρευνας καταγράφουν, την ίδια στιγμή, αρνητικές στάσεις των Ελλήνων μαθητών απέναντι στη μάθηση και ένα λιγότερο υποστηρικτικό σχολικό περιβάλλον. Τα προβλήματα πειθαρχίας εμφανίζονται συχνότερα, ενώ ο εκφοβισμός κινείται περίπου στα επίπεδα του ΟΟΣΑ.
Παρά τις ελλείψεις προσωπικού, η εικόνα στις υλικοτεχνικές και ψηφιακές υποδομές είναι διαφορετική, καθώς καταγράφεται σημαντική βελτίωση. Οι μαθητές αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και διατηρούν υψηλές εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες για το μέλλον τους.
Οι αλλαγές που απαιτούνται για τη βελτίωση των επιδόσεων
Για τον κ. Δημόπουλο, η βελτίωση των επιδόσεων απαιτεί συγκεκριμένες αλλαγές. Η πρώτη αφορά τη σχέση του μαθητή με τη γνώση και την καθημερινότητα. «Πρέπει να μειωθεί ο ακαδημαϊκός χαρακτήρας της σχολικής γνώσης. Τα παιδιά πρέπει να κατανοούν τη χρησιμότητα της γνώσης στην καθημερινή ζωή και πώς μπορούν να την αξιοποιούν».
Η δεύτερη αφορά την κατανόηση και παραγωγή κειμένου. «Πρέπει να δοθεί μεγάλη έμφαση στην κατανόηση κειμένου, καθώς τα παιδιά δυσκολεύονται να καταλάβουν τι διαβάζουν και πρέπει να μάθουν να παράγουν τα ίδια κείμενα σε όλα τα μαθήματα, όχι μόνο στα γλωσσικά».
Η τρίτη αλλαγή αφορά τους εκπαιδευτικούς. «Όλοι όσοι θέλουν να γίνουν καθηγητές πρέπει να εκπαιδεύονται και η εκπαίδευση να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους. Καλές αρχικές σπουδές και πιστοποίηση, ενώ πρέπει να δίνονται κίνητρα αναγνώρισης για όσους δουλεύουν καλύτερα και επιτυγχάνουν αποτελέσματα».
Ο ρόλος του εκπαιδευτικού, όπως τον περιγράφει ο καθηγητής, είναι καθοριστικός. «Ο καλός δάσκαλος είναι ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την ποιότητα του σχολείου. Γιατί τα εκπαιδευτικά συστήματα που αποδίδουν καλύτερα έχουν επενδύσει στο προσωπικό τους. Οι καλύτεροι εκπαιδευτικοί είναι αυτοί που κάνουν τη διαφορά στο σχολείο, όχι μόνο οι υλικές υποδομές», επισημαίνει. Οι αλλαγές, πάντως, δεν μπορούν να αποδώσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο καθηγητής επικαλείται το παράδειγμα της Πορτογαλίας, η οποία χρειάστηκε 15 χρόνια συστηματικών μεταρρυθμίσεων για να φτάσει στον μέσο όρο της PISA. Σημαντικό στοιχείο στην πορεία αυτή ήταν η κοινή και συνεπής πολιτική κατεύθυνση μεταξύ διαδοχικών κυβερνήσεων.
«Οι αλλαγές απαιτούν χρόνο και η Ελλάδα χρειάζεται μια σταθερή, μακροπρόθεσμη εκπαιδευτική στρατηγική». Στο πλαίσιο των αλλαγών που βρίσκονται σε εξέλιξη, θεωρεί θετικά βήματα τα νέα προγράμματα σπουδών και τα πολλαπλά βιβλία.
PISA: Γιατί οι Έλληνες μαθητές μένουν σταθερά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ
Από την πλευρά της, η αντιπρύτανης του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Αθηνών και τέως συντονίστρια PISA, κ. Χρύσα Σοφιανοπούλου, επισημαίνει ότι η εικόνα αυτή δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς το PISA αξιολογεί δεξιότητες που, όπως υποστηρίζει, δεν καλλιεργούνται επαρκώς στο ελληνικό σχολείο. Παράλληλα, αναφέρεται στις αλλαγές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικά αποτελέσματα στο μέλλον, αλλά και στις επιπτώσεις που είχε η πανδημία του Covid-19 στο μαθησιακό περιβάλλον διεθνώς.
Σε τι οφείλονται οι χαμηλές επιδόσεις της χώρας μας στις εξετάσεις PISA;
«Κατ' αρχάς, η χώρα μας δεν έχει παρουσιάσει καμία διαφορά. Όλα τα χρόνια έχουμε μια σταθερά χαμηλή επίδοση και σταθερά κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Τα αποτελέσματα ήταν αναμενόμενα διότι δεν έχει αλλάξει κάτι στο εκπαιδευτικό σύστημα που να επηρεάσει τους μαθητές που το 2025 απάντησαν στις ερωτήσεις του PISA. Έχουμε επισημάνει πολλές φορές ότι αυτά τα οποία εξετάζει το PISA είναι θέματα τα οποία δεν τα διδάσκονται οι μαθητές μας ή πιο σωστά τα διδάσκονται με έναν διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αξιολογεί το PISA και, άρα δεν περιμένουμε κάποια αλλαγή στα αποτελέσματα».
Πώς μπορούμε να επιτύχουμε καλύτερα αποτελέσματα;
Σύμφωνα με την αντιπρύτανη θα μπορούμε να δούμε διαφορετικά αποτελέσματα αν αλλάξουν τα πράγματα. «Για παράδειγμα με το πολλαπλού βιβλίο το οποίο θα μπει μετά από έναν χρόνο ή αν προχωρήσουν τα εργαστήρια δεξιοτήτων. Βέβαια είναι κάτι που θα φανεί μελλοντικά μετά από αρκετούς κύκλους του PISA. Όταν δηλαδή θα φτάσουν οι 15χρονοι να έχουν αποκτήσει αυτές τις δεξιότητες που ζητάει το PISA στα τρία τουλάχιστον βασικά γνωστικά αντικείμενα».
Όσον αφορά τις υπόλοιπες χώρες
Η κ. Σοφιανοπούλου αναφέρει πως παρατηρήθηκε μια πτώση από τη χρονιά του COVID και μετά η οποία συνδέεται με ένα πιο ευρύ μετασχηματισμό του μαθησιακού περιβάλλοντος.
«Δηλαδή, φαίνεται σε όλες τις χώρες ότι υπάρχει λιγότερη βαθιά ανάγνωση, περισσότερη ψηφιακή διάσπαση της προσοχής, μειωμένη εμπλοκή των μαθητών, δυσκολότερο σχολικό κλίμα και αυξημένες ανάγκες μέσα στις τάξεις. Επίσης, ενδεικτικό είναι ότι πχ σε σχέση με την Εσθονία η απόσταση της Ελλάδας στις επιδόσεις PISA αντιστοιχούν σε δύο σχολικά έτη, δηλαδή είναι σαν οι μαθητές μας να βρίσκονται δύο χρόνια πιο πίσω».
Ανεξάρτητα με το εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείτε ότι υπάρχουν και άλλοι εξωγενείς παράγοντες που επηρεάζουν τις επιδόσεις των μαθητών; Όπως η κατάσταση μιας οικογένειας ή ακόμα και η χρήση των social media;
«Πραγματικά στην Ελλάδα όχι. Αυτά είναι θέματα που υπάρχουν σε όλες τις χώρες, τα social media, τα διαφορετικά κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά υπόβαθρα. Εμείς έχουμε μία σταθερά χαμηλή θέση. Έχει σχέση καθαρά με το τι προσφέρει το ελληνικό σχολείο και με το τι εξετάζει το PISA. Δεν λέω ότι είναι απαραίτητα σωστό αυτό που εξετάζει, απλώς αυτό που εξετάζει εμείς δεν το προσφέρουμε».
Πέρα όμως από τις επιμέρους παραμέτρους που επηρεάζουν τη μαθησιακή πορεία των παιδιών, σύμφωνα με την αντιπρύτανη, ιδιαίτερη σημασία έχει και το κοινωνικό υπόβαθρο, καθώς οι ανισότητες φαίνεται να αποτυπώνονται με έντονο τρόπο και στις σχολικές επιδόσεις.
«Κάτι που έχει πραγματικά ενδιαφέρον, ειδικά για την Ελλάδα, είναι ότι έχει μείνει σταθερή η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους μαθητές με υψηλό κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό υπόβαθρο και με εκείνους που είναι χαμηλό. Ενώ άλλες χώρες έχουν μειώσει αυτή την ψαλίδα, εμείς εξακολουθούμε και έχουμε διαφορά. Αυτό σημαίνει ότι οι κοινωνικές ανισότητες εξακολουθούν και αναπαράγονται μέσα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Αυτό διαφέρει αρκετά από τις άλλες χώρες», καταλήγει στο Iefimerida.
Πηγή: iefimerida.gr

























