Βρίσκεστε εδώ:Αρχική>>Ιστορίες

afoi poriazi

Ιστορίες

21.01.2014 | 13:15

Γράφει η Μαρία Πετρίδη

Σήμερα το απόγευμα ο καιρός ήταν βροχερός. Η πόλη μύριζε πεθαμένο ψάρι. Βγήκα στη βεράντα κι έστησα το μεγάλο κάδρο με τη φωτογραφία σου στην πολυθρόνα. Εκείνο το μεγάλο, που το έβρισκες τερατώδες, κι έλεγες πως ένα τόσο μεγεθυμένο πρόσωπο δεν είναι πρόσωπο αλλά εφιάλτης. Μπροστά σου έβαλα ένα μεγάλο βάζο με λουλούδια. Κλάρες κερασιάς, ξέρεις. Θα τις φωτογραφίσω κάποια στιγμή, ως συνήθως.

20.01.2014 | 15:03

Γράφει η ouming

Ήταν Ιανουάριος όταν άρχισα να νιώθω συμπάθεια για τους εχθρούς. Μια μέρα, περνώντας έξω απ' το διαμέρισμά τους, δεν ένιωσα όλα μου τα εντόσθια να γυρίζουν ανάποδα, τα δόντια μου να κροταλίζουν, τα μαλλιά μου να πλέκονται μόνα τους κοτσίδες, τα χέρια μου να περιστρέφονται στους καρπούς. Είχα συνηθίσει τόσο καιρό να περνάω κάθε βράδυ από εκεί επιταχύνοντας το βήμα μου έξω απ' την πόρτα τους και κοιτάζοντας ευθεία μπροστά, μην και τυχόν μολύνω το μάτι μου με κάτι δικό τους. Και μια μέρα τα εντόσθιά μου δεν γύρισαν ανάποδα, τα δόντια μου όχι μόνο δεν κροτάλισαν, αλλά κοιμούνταν ήσυχα ήσυχα σαν αγγελάκια το ένα δίπλα στο άλλο. Ένιωσα σχεδόν ζεστά περνώντας έξω απ' την πόρτα τους. Αργότερα το εξήγησα αυτό το φαινόμενο.

20.01.2014 | 13:50

Είναι κάτι για το οποίο πολλοί θα χαίρονταν. Οι αμερικάνοι (και όχι μόνον αυτοί!) πεζοναύτες που υπηρέτησαν στον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας” στο ιράκ και στο αφγανιστάν αυτοκτονούν κατά δεκάδες μετά την αποστράτευσή τους, με ρυθμούς γρηγορότερους απ’ τις απώλειες που είχαν οι κατοχικοί στρατοί στα “πεδία της μάχης” - ας την πούμε “μάχη”... Το περιοδικό του αμερικανικού στρατού “us army times” παραδεχόταν στις 26 Απρίλη του 2010 ότι κατά μέσο όρο γίνονται 950 απόπειρες αυτοκτονίας κάθε μήνα από “βετεράνους”. Τρία χρόνια μετά ο γνωστός γερουσιαστής Ron Paul, αναφερόμενος στην αυτοκτονία ενός ακόμα, του Daniel Somers, κατήγγειλε ότι 20 με 22 βετεράνοι των αντιτρομοκρατικών εκστρατειών αυτοκτονούν κάθε μέρα στις ηπα, τον καναδά [1] και αλλού.

20.01.2014 | 03:32

του Οδυσσέα Ιωάννου | Protagon

Ξέμειναν, είχαν φύγει όλοι από το τραπέζι, πέντε-έξι άγνωστοι μόνο στο βάθος, λίγο μετά τις τρεις το πρωί. Τα γενέθλια του κοινού φίλου είχαν περάσει πια στην ιστορία της παρέας. Δεν ήταν φίλοι οι δυο τους, τους ένωνε ο εορτάζων, βρίσκονταν μόνο κάνα δυο φορές τον χρόνο, όποτε έπρεπε να του ευχηθούν, σπίτι του ή κάπου έξω.

Εικοσιπέντε χρονών εκείνη, φοιτήτρια στο Φυσικό, εκείνος πενηνταπεντάρης, κάτι λίγο συγγραφέας, κάτι λίγο αρθρογράφος, κάτι λίγο κουρασμένος-γενικώς.

-Ξέρετε ποιο είναι το πρόβλημά σας; του είπε σαν να συνέχιζαν μια κουβέντα που δεν είχε αρχίσει ποτέ.

18.01.2014 | 14:17

Από το vitemoderna

Αστυνομικό τμήμα, δωμάτιο εξουσιοδοτήσεων. Υπάλληλος σε γραφείο με φορμάικα του ’70 που έχει σπάσει ή ξεκολλήσει σε σημεία. Δίπλα του τασάκι με τσιγάρο, τακτοποιημένα χαρτόσημα. Στον τοίχο Παναγία ελαφρώς λοξή (όχι στο σύνηθες ασημί ανάγλυφο αλλά σ’ ένα άρρωστο μελιτζανί ) και πιο πάνω αιρκοντίσιον χωρίς περσίδες, με κοντό καλώδιο που δεν φτάνει σε μπρίζα (προφανώς από μεταφορά). Συρόμενο παράθυρο που φαίνεται να έμεινε μαγκωμένο εκ γενετής- στο αλουμίνιο της βάσης του, σβησμένα τσιγάρα. Το πάτωμα, παζλ: το πλαστικό πλακάκι έχει ξεφτίσει και φαίνεται από κάτω το μωσαϊκό. Μεγάλοι μαύροι λεκέδες, άγνωστης αιτιολογίας. Δίνω το έγγραφο στον υπάλληλο και καθώς σηκώνει τα μάτια του να με κοιτάξει νιώθω κάτι οικείο – νομίζω αρχικά ότι οφείλεται στους συνειρμούς που κάνω με Καρυωτάκη, Πρέβεζα, Θ. Αγγελόπουλο. Όμως όχι, ο άνθρωπος μου θυμίζει τον θείο μου, τους δύο θείους μου που ήρθαν με την αδερφή τους από την επαρχία στα τέλη του ’60 και ζούνε ακόμα όλοι μαζί, ανύπαντροι, στο δυαράκι τους στους Αμπελόκηπους.

17.01.2014 | 20:59

της Μαρίας Πετρίδη

1. Χτες τη νύχτα ονειρεύτηκα ένα ψευδό ποίημα. Δεν έλεγε το σίγμα. Μιλούσε σαν παιδί. Ήταν ένα ποίημα που απαγγέλλονταν από μόνο του. Προς στιγμήν μου φάνηκε αστείο και αρκετά χαριτωμένο τo περιστατικό. Τώρα που ξημέρωσε καταλαβαίνω πως ζω την εποχή των τραυλών ποιημάτων και πως τα ελαττώματα που αρχικά μου φαίνονται χαριτωμένα κάποτε ξαναγυρνούν λυπημένα και μου σκίζουν την καρδιά. Δεν ξέρω γιατί λυπάμαι τώρα που θυμάμαι το τραυλό μου ποίημα. Ίσως επειδή μου θύμισε μια κουβέντα που μου είχες πει κάποτε, όταν σου έγραψα ένα άλλο ποίημα, που έλεγε όλα τα γράμματα με το όνομά τους: “Πήγα να σου γράψω ‘υπέροχο’, αλλά μου φάνηκε πολύ φτωχή η λέξη. Σαν φτηνό αποσμητικό από το σούπερ μάρκετ. Άλλη λέξη ψάχνω. Θα την βρω”. Ήταν μια υπόσχεση που δεν τηρήθηκε ποτέ της. Μια υπόσχεση ψευδή(ς).

17.01.2014 | 02:30

Γράφει το βυτίο

Πήγαμε στον λογιστή. Καθίσαμε στο γραφείο του για καμιά ώρα και μας έκανε την καρδιά περιβόλι. «Φύγετε» μας λέει, «αυτή είναι η επαγγελματική μου συμβουλή». Κι ύστερα μια παράθεση άγνωστων λέξεων και αλλόκοτων φθόγγων, κομμάτια μιας άγνωστης γλώσσας αποτελούμενης από νούμερα και ποσοστά. Κοίταζα τον φίλο δίπλα μου. Ήταν κόκκινος. Κόκκινος κόκκινος, όχι αστεία. Σαν παπαρούνα ή σαν σημαία, λες και όλο του το αίμα είχε μαζευτεί στο κεφάλι και γύρναγε σαν τρελό ανάμεσα στο μυαλό και πίσω απ’ τα μάτια.

17.01.2014 | 02:24

Από τα χαμένα επεισόδια

Μου έδωσε το χέρι της. Ή έτσι νόμιζα. Καθόμασταν απέναντι στο λεωφορείο, σε αυτές τις τέσσερις πίσω θέσεις που είναι τοποθετημένες αντικριστά – δεν κατάφερα ποτέ να βρω μια λογική εξήγηση για την χρησιμότητά τους, ο μόνος κάπως πειστικός λόγος θα ήταν ίσως για να μπλέκονται τα πόδια σας ανυπόμονα, σαν προετοιμασία μέχρι να φτάσετε σπίτι και να μπλεχτούν τα σώματα κανονικά, όπως πρέπει. Εγώ ως συνήθως κοιτούσα έξω από το παράθυρο τις γκρίζες πολυκατοικίες με τις πολύχρωμες τέντες, όσο πιο γκρίζα η πολυκατοικία, τόσο πιο χρωματιστή η τέντα, στις πολύ παλιές φαίνεται ακόμα το ξεθωριασμένο σχέδιο μιας συστάδας λουλουδιών ή ενός εμπριμέ σύμπαντος.

16.01.2014 | 02:40

της Μαρίας Πετρίδη

Μια μέρα, εκεί που περπατούσα, είδα ένα αφρόψαρο στα χαλίκια. Ήταν ασημένιο και πολύ αξιοπρεπές. Κατάλαβα πως την προηγούμενη νύχτα έπρεπε να είχε πολύ κύμα, γιατί εκείνο το πρωί η θάλασσα είχε τραβηχτεί προς τα μέσα και στα βότσαλα υπήρχαν πολλά σκοτωμένα υδρόβια ζώα. Έσκυψα και κοίταξα το αδικοχαμένο αφρόψαρο από κοντά. Όταν τα ζώα είναι τόσο ήσυχα με κάνουν και νιώθω δέος.

Όταν μπήκα στο σπίτι μου, το μεσημέρι, είδα πως στην είσοδο είχε μπει ένα πουλί. Περιστέρι. Παρατήρησα πως το ταίρι του – έτσι ήθελα να το βλέπω – έστεκε στο κατώφλι και παραφύλαγε μπας και συμβεί κάτι κακό. Με πολύ αργές κινήσεις, για να μην το τρομάξω, πήγα στην κουζίνα και του έφερα λίγο από το σουσαμένιο κουλούρι μου. Του έτριψα λίγο πάνω στο χαλί και το παρακολούθησα να τρώει. Ευτυχώς δεν συνέβη αυτό που φοβόμουν. Το πουλί δεν κουτσούλισε χωνεύοντας.

14.01.2014 | 14:25

Γράφει ο kapakapamoiris

Εφτά φεύγουμε απ΄το σπίτι της.  «Πεινάω σα λύκος», λέει, «απ’ τις έξη σε περίμενα και είμαι με ένα κουλούρι σήμερα η αρκούδα».

Εντάξει, πενηνταένα κιλά άνθρωπο στο ένα και εξηνταεφτά δεν τον λες και λύκο, πόσο μάλλον αρκούδα αλλά αυτό το «ένα κουλούρι» (κι ας είναι θεσσαλονικώτικο, απ΄αυτά με την τρύπα στη σωστή θέση) εξηγεί πολλά για την πείνα.



aqua blue new

 

Πώς χαρακτηρίζετε τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης στο θέμα των Ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στην Τουρκία;

Θετικούς(8.5%)
Αρνητικούς(80.9%)
Δεν ξέρω / Δεν απαντώ(10.6%)
Συνολικές ψήφοι: 47
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει ενεργό: Απριλίου 27, 2018