Βρίσκεστε εδώ:Αρχική>>Ιστορίες

afoi poriazi

Ιστορίες

29.12.2013 | 17:32

Εμείς δεν φταίγαμε. Του το είχαμε εξηγήσει το παιχνίδι με κάθε λεπτομέρεια. One-one, two-one, two-two, four-four, you lose. Ok? Three-three, five-five, six-five, six-six, you win. Do you understand? Αυτός είχε κουνήσει καταφατικά το κεφάλι του κι είχε πιεί δυο γουλιές ούζο απ’ το μπουκάλι. Οι υπόλοιποι κοιταχτήκαμε με νόημα και ρίξαμε τα ζάρια στο παλιό μωσαϊκό. Πριν καταλάβει τι έγινε, του τσιμπήσαμε το πρώτο πενηντάρικο.

23.12.2013 | 14:32

του Οδυσσέα Ιωάννου | Protagon

Κάθε Χριστούγεννα ερχόταν ο Δράκος. Είχαμε μάθει από μικρά να τον περιμένουμε. Από τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, η μητέρα ρωτούσε τον πατέρα «θα έρθει φέτος ο Δράκος;». «Θα έρθει». Δεν τον ανέφεραν ποτέ με το μικρό του. Ούτε εμείς. Γιώργο τον έλεγαν, αλλά ήταν σαν να μην είχε μικρό. Παιδικός φίλος του μπαμπά, ανύπαντρος, έμενε στη Θεσσαλονίκη, ερχόταν κάθε παραμονή, έμπαινε σπίτι με ένα κουρδιστό περιπολικό για μένα κι ένα βιβλίο για τον αδερφό μου. Είχε ένστικτο ο Δράκος. Ο αδερφός μου έγινε αστυνομικός κι εγώ έμπλεξα με τα γραψίματα...

23.12.2013 | 14:22

του Kapakapamoiri

Ανάμεσα σε κουραμπιέδες και μελομακάρονα, πασχίζεις να αποσώσεις λίγη αγορασμένη γλύκα γιατί η άλλη, η δωρεάν, παράγινε ακριβή κι απρόσιτη εκεί έξω. Δεν θα ‘πρεπε, μα έτσι κατάντησε. Κατάντια είναι να μη χαίρεσαι που είσαι όρθιος και περπατάς και κρύος αέρας τσιτώνει τις ρυτίδες σου και το όλο και πιο ερημωμένο σου κρανίο και έχεις ατρύπητα χέρια και δεν κρέμονται σωληνάκια πάνω απ’ το κεφάλι σου και δεν περιμένεις -μετρώντας τα ντουπ ντουπ- να διαβάσεις πορίσματα και εξετάσεις. Κατάντια, όμως, είναι και να βαδίζεις στο μονόδρομο του «τη δουλίτσα μας να ‘χουμε κι όλα παλεύονται» γιατί το ξέρεις, σε τρώει άσχημα από μέσα, πως δεν παλεύονται όλα.

19.12.2013 | 16:53

Γράφει ο Τσαλαπετεινός

Τον Κοσμά τον βλέπω συχνά. Συνήθως κινείται σαν κομπάρσος σε δεύτερο πλάνο. Είμαι με κάποιους -άλλους κάθε φορά- κι εκείνος περνάει στο βάθος σε μια απροσδιόριστη ηλικία με τα χέρια στις τσέπες και κάπως σκυφτός. Μόλις τον διακρίνω τού κάνω νόημα: “τελειώνω με αυτούς κι έρχομαι...”   κι εκείνος μού απαντά με μια απλή κίνηση του κεφαλιού “κάνε δουλειά σου” ή κάτι σαν “ μη σε νοιάζει, εγώ μπορώ να περιμένω”. Μετά από λίγο όμως, όταν πια αφήνω τους άλλους και πάω προς το μέρος του, εκείνος έχει χαθεί ή στην καλύτερη περίπτωση, μόλις που διακρίνω τη φιγούρα του να απομακρύνεται και μένω μόνος μέχρι το τέλος.

18.12.2013 | 14:17

Γράφει ο Silentcrossing

Ένα πρωί θα βγεις στη Λιοσίων κι αυτή τη φορά δεν θα είναι κατά λάθος. Δεν θα ψάχνεις την πλατεία αττικής, δεν θα χαλάσει το τρόλεϊ στα μισά του δρόμου, μόνο θα το σκάσεις από τη δουλειά για να πας στη Λιοσίων και δεν θα ‘χεις τίποτα να κάνεις, θα χαζεύεις μαγαζιά με αμορτισέρ και ανταλλακτικά αυτοκινήτων, πιο ‘κει βελάκια θα σε οδηγούν στις «καινούργιες» ανάμεσα σε πολυκατοικίες φαντάσματα και δημοτικά σχολεία που τα μεταναστάκια παίζουν μπάλα πίσω από κάγκελα φυλακής. Σε μια στάση του λεωφορείου θα σου πουν πως εδώ κάποτε δούλευε μια Πέπη, όμως εδώ εξαφανίζονται όλα τα πρέπει, θα ανασηκώσεις τους ώμους και θα πεις, ωραία, όμως μένει πια κανείς εδώ;

17.12.2013 | 15:19

Γράφει ο kospanti

Χωριό 1.

Είμαι τόσο μικρός, κατουρώ πίσω απ’ το σπίτι των παππούδων. Πιτσιλώ το χορτάρι και τα καινούρια μου πέδιλα. Κάποιες φορές είναι καλοκαίρι. Ο πατέρας με βγάζει φωτογραφίες με μια Πολαρόιντ. Η μάνα με μαθαίνει κολύμπι, βγάζοντάς μου τα μπρατσάκια που ‘χω για να επιπλέω. Η μεγαλύτερη διαδρομή του τότε γνωστού μου κόσμου φτάνει ως την πηγή. Γεμίζουμε νερό και παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής. Η βάβω μας ψήνει γαλατόπιτα και ζυμωτό ψωμί στο φούρνο με τα ξύλα. Πίνουμε κατσικίσιο, ζεσταμένο με το μπρίκι στο τζάκι. Κάποιες φορές είναι Πάσχα. Παρακολουθώ τη σφαγή των αμνών. Εξοικειώνομαι με την αγωνία, το φόνο, το κρύο μαχαίρι. Λίγες τελευταίες ανάσες και το αίμα βάφει το χορτάρι καθώς το ζώο σπαρταράει ανήμπορο μπροστά στα παιδικά μου μάτια. Την Κυριακή στο τραπέζι θα φάμε. Το ζώο.

12.12.2013 | 14:02

του Δημήτρη Καμπουράκη | Protagon

Τον καιρό που πίστευα ακραδάντως ότι κρατούσα τον ανώτατο θρησκευτικό άρχοντα της υφηλίου από τους όρχεις, τριγύριζε στον χώρο της δουλειάς μου ένας σκοτεινός τυπάκος ακαθόριστης ηλικίας που φορούσε παλιομοδίτικα σακάκια και δεν μιλούσε ποτέ. Ήταν μια άχρωμη σκοτεινή υποπροσωπικότητα, κοντός και κλειστός σαν αναδιπλωμένο στρείδι, με μάτια χωμένα βαθιά μέσα στις κόχες τους. Κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς δουλειά έκανε στην επιχείρηση, λαθροβιούσε αόριστα στις παρυφές της πολυπρόσωπης αυλής του λαμπερού αφεντικού. Ένα μεσημέρι, παρακολουθώντας από απόσταση μια συζήτηση δημοσιογράφων περί μεγαλόπνοων επενδύσεων, χρηματιστηρίου, αγορών και προθεσμιακών καταθέσεων, αποφάσισε ξαφνικά ν’ ανοίξει το στόμα του. Δεν ξέρω γιατί διάλεξε εμένα, πάντως έστρεψε το πέτρινο βλέμμα του προς το μέρος μου και είπε με την ένρινη φωνή του: «Καλύτερα ν’ αγοράσεις μια γκαρσονιέρα».

07.12.2013 | 14:06

Γράφει ο kospanti

Όλες οι γυναίκες που γνώρισα στη ζωή μου, με πίεσαν να κάνω κάτι με την ικανότητα που ‘χω να αραδιάζω δέκα λέξεις στη σειρά, μέσα σε μια πρόταση. Κάποιες νομίζω πως με αγάπησαν λίγο παραπάνω γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Μία με χώρισε όταν δεν έκανα πολλά γι’ αυτό, όταν δεν το κυνήγησα όσο θα έπρεπε. Έπεσα στα μάτια της. Όπως όταν ξεκαύλωσε η γυναίκα του Δημητριάδη στον «Εργένη», όταν αυτός δεν ανέπτυξε περισσότερο το ταλέντο του στη φωτογραφία. Αυτό είμαι! Ένας Δημητριάδης. Ένας εργένης με πατρικό, πτυχίο και ελεύθερο χρόνο. Κι αντί να μεγαλώνω στοργικά δεκάδες κατσαρίδες μέσα σε βάζα μαρμελάδας , κάθομαι κι εκτρέφω μυστικά απ’ τους γέρους γονείς μου. Λίγη φούντα και μπουκάλια αλκοόλ, χαρτοπετσέτες με ξεραμένο σπέρμα μέσα στα συρτάρια του κομοδίνου που ‘χω στο παιδικό δωμάτιο.

04.12.2013 | 15:20

του Τσαλαπετεινού

Έφαγε, ήπιε κι ύστερα έγειρε για έναν υπνάκο. Την κοίταζα και έτσι όπως ήταν ακίνητη για ώρα, ανησύχησα μήπως και ο ύπνος της ήταν ο άλλος, ο οριστικός. Την κοίταζα λοξά κι επέμενα στο στήθος αναζητώντας το ανεβοκατέβασμα της ζωής. Κάτω από τις ζάρες του πουλόβερ, φάνηκε κάποια ανεπαίσθητη κίνηση. Χωρίς σταθερό ρυθμό, αλλά υπήρχε. Μια καρδιά, γερασμένη μεν, ακόμα όμως δραστήρια, χτυπούσε κι ο θώρακας ανοιγόκλεινε ακανόνιστα φέρνοντας ευεργετικές ανάσες.

30.11.2013 | 14:38

Από του κανενός το ρόδο   Στο φανάρι. Πλησιάζει. Ένα ουράνιο τόξο σε ανθρώπινα μέτρα. Κόκκινα χρυσάνθεμα, κροκί τριαντάφυλλα, καφετί δέρμα, μαύρα μαλλιά, μπλε μπουφαν, λευκό χαμόγελο. «Πόσα;» και του ανταποδίδω το χαμόγελο στρίβοντας την παλάμη σα να βιδώνω λάμπα. «Πέντε ευρώ κυρία». Μετράω τα κέρματα και δεν μου βγαίνουν. Κατήφεια στο πρόσωπό μου. «Πόσα έχεις;» με ρωτάει. «Τριάμιση...» «Δεν πειράζει», μου λέει και μου δίνει την ανθοδέσμη. Βρίσκω κάτι ψιλά ακόμα, αυτά  τα ξέμπαρκα για τα διόδια. Συμπληρώνονται τέσσερα περίπου. Του τα βάζω στην παλάμη, τον ευχαριστώ. Ανάβει πράσινο. Φεύγω.



aqua blue new

 

Πώς χαρακτηρίζετε τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης στο θέμα των Ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στην Τουρκία;

Θετικούς(8.5%)
Αρνητικούς(80.9%)
Δεν ξέρω / Δεν απαντώ(10.6%)
Συνολικές ψήφοι: 47
Η ψηφοφορία για αυτό το δημοψήφισμα έχει λήξει ενεργό: Απριλίου 27, 2018